Ό,τι είναι αληθινό αφήνει πάντα φως πίσω του

Ό,τι είναι αληθινό αφήνει πάντα φως πίσω του


Υπάρχουν σκέψεις που δεν χωρούν σε ένα post. Αυτός είναι ο χώρος τους.

Απέφευγα όλες αυτές τις ημέρες να τοποθετηθώ δημόσια. Αλλά δεν μπορώ να σταματήσω να σκέφτομαι πόσο μόνα μπορεί να ένιωθαν αυτά τα δύο κορίτσια.

Δύο παιδιά. 17 χρόνων. Παιδιά που ξύπνησαν ένα πρωί και δεν βρήκαν λόγο να συνεχίσουν να ζουν.

Και όσο κι αν προσπαθώ να το επεξεργαστώ μέσα μου, δεν μπορώ να καταλάβω πώς γίνεται σε μια ηλικία όπου κανονικά θα έπρεπε να ανυπομονείς για τη ζωή, για τον έρωτα, για τα όνειρα, για τις παρέες, για τα ταξίδια, για όλα όσα δεν έχεις προλάβει ακόμη να ζήσεις… δύο παιδιά να έχουν φτάσει στο σημείο να βλέπουν ως μοναδική διέξοδο το τέλος. Όλοι μας σπεύσαμε να ψάξουμε τους λόγους. Οι Πανελλήνιες, η ψυχική υγεία, οι οικογενειακές πιέσεις, η μοναξιά των νέων, η αδυναμία σύνδεσης, η κοινωνική βία, τα social media, η ανάγκη να είναι όλοι «τέλειοι».

Πόσο μόνες, αόρατες και εξαντλημένες πρέπει να ένιωθαν, ώστε να μη βρεθεί τίποτα μέσα τους ή γύρω τους να τις κρατήσει; Τι είναι αυτό που κουβαλούσαν μέσα τους; Τι ήταν τόσο βαρύ και σκοτεινό; Και κυρίως… πώς γίνεται να μην το είδε κανείς; Γιατί για να φτάσει ένας άνθρωπος — πόσο μάλλον δύο παιδιά — σε αυτό το σημείο, σημαίνει πως για πάρα πολύ καιρό ένιωθαν αόρατα. Και όταν λέω αόρατα, δεν εννοώ ότι δεν είχαν ανθρώπους γύρω τους. Είχαν οικογένεια. Φίλους. Συμμαθητές. Καθηγητές. Γείτονες. Συγγενείς.

Κι όμως, κάπου μέσα σε όλο αυτό, κανείς δεν πρόλαβε να δει πόσο βαθιά είχαν βυθιστεί. Κανείς δεν άκουσε πραγματικά, ώστε να λειτουργήσει σαν φρένο ζωής Κανείς δεν στάθηκε αρκετά κοντά ώστε να καταλάβει ότι αυτά τα παιδιά ίσως πάλευαν καθημερινά με σκέψεις πολύ πιο μεγάλες από την ηλικία τους. Πόσο συχνά χάνουμε τα σιωπηλά σημάδια.

Τα παιδιά αυτά απλά ζητούσαν μια ανάσα.

Και το πιο τρομακτικό από όλα είναι ότι δεν μιλάμε για μια παρορμητική στιγμή. Μιλάμε για δύο παιδιά που φαίνεται πως είχαν συζητήσει αυτή τη σκέψη. Που είχαν ταυτιστεί μέσα στον πόνο τους. Που, αντί ο ένας άνθρωπος να τραβήξει τον άλλον πίσω προς τη ζωή, ενώθηκαν μέσα στην απόγνωση. Και αυτό με συγκλονίζει.

Σκέφτομαι ξανά και ξανά όλα εκείνα τα μικρά βήματα πριν από μια τόσο αμετάκλητη πράξη. Τις σκέψεις. Τις συζητήσεις. Την απόφαση. Τη διαδρομή χωρίς επιστροφή. Κάθε ένα από αυτά τα βήματα ήταν μια ευκαιρία να σταματήσουν. Να αλλάξουν γνώμη. Να γυρίσουν πίσω. Και τίποτα δεν λειτούργησε. Ούτε η αντίληψη του χώρου, ούτε η σωματική τους ύπαρξη, ούτε η πραγματικότητα αυτού που ήταν έτοιμες να κάνουν. Όταν κάποιος φτάσει σε αυτό το σημείο, ο πόνος έχει καλύψει τα πάντα. Δεν υπάρχει λογική, δεν υπάρχει αύριο, δεν υπάρχει τίποτα άλλο εκτός από την ανάγκη να σταματήσει αυτό που νιώθει.

Και αναρωτιέμαι: πώς γίνεται τίποτα να μην στάθηκε αρκετό για να τις σταματήσει; Ούτε ένας άνθρωπος. Ούτε μία κουβέντα. Ούτε μία αγκαλιά. Ούτε μία στιγμή ελπίδας. Κι ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο οδυνηρό σημείο αυτής της ιστορίας.Ότι καμιά φορά ένας άνθρωπος αρκεί για να κρατήσει κάποιον στη ζωή. Ένας άνθρωπος που θα δει πίσω από το «είμαι καλά». Που θα ακούσει πραγματικά.Που θα κάτσει δίπλα σου χωρίς να σε κρίνει. Που θα σου θυμίσει ότι όλα μπορούν να ξεπεραστούν ή να βελτιωθούν.

Θα πω κάτι που ως νεότερη δεν πίστευα ποτέ ότι θα πω.

Κάποτε ήμουν πολύ επικριτική απέναντι στην αυτοκτονία ή απέναντι σε ανθρώπους που έκαναν κακό στον εαυτό τους. Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς γίνεται κάποιος να επιλέγει το θάνατο από το να αντιμετωπίσει μια δυσκολία, μια απώλεια, μια δοκιμασία. Ό,τι και να ήταν αυτό, η ζωή είναι το ανώτατο αγαθό. Μέχρι που βρέθηκα εγώ στο νοσοκομείο. Μετά την επίθεση. Σε σοκ. Σε πόνο. Μέσα σε ένα σώμα που δεν αναγνώριζα. Μέσα σε ένα μέλλον που δεν ήξερα αν θα μπορέσω να αντέξω.

Και αυτό που με τρόμαζε περισσότερο δεν ήταν μόνο ο πόνος.Ήταν το άγνωστο. Το «τι θα γίνει τώρα». Το «ποια θα είμαι μετά». Τα χειρουργεία. Οι θεραπείες. Η αγωνία. Η εξάντληση. Η αίσθηση ότι πρέπει να ξαναχτίσεις τον εαυτό σου από το μηδέν χωρίς να ξέρεις καν αν έχεις τη δύναμη. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πώς μπορεί, μέσα σε ακραίο ψυχικό πόνο, η ιδέα της εξαφάνισης να μοιάζει σε κάποιον πιο εύκολη και πιο λυτρωτική από την ιδέα τού να ξυπνήσει και να συνεχίσει να κουβαλά αυτό που ζει. Και θυμάμαι να σκέφτομαι:

«Ω ναι. Τώρα καταλαβαίνω. Ξέρω πως είναι αυτή η αίσθηση. Καταλαβαίνω πώς γίνεται αυτή η πράξη να μοιάζει πιο εύκολη από αυτό που με περιμένει».

Η Ιωάννα Παλιοσπύρου

Όχι επειδή έπαψα να αγαπώ τη ζωή. Αλλά επειδή για πρώτη φορά ένιωσα πόσο βαρύ μπορεί να γίνει το φορτίο ενός ανθρώπου. Ο πόνος, η αβεβαιότητα, το βάρος αυτού που έρχεται μπροστά σου, φαίνεται αβάσταχτο. Κι αν εγώ μπόρεσα να αγγίξω έστω και για μια στιγμή αυτή τη σκέψη μέσα σε έναν ακραίο τραυματισμό, πόσο αβάσταχτος πρέπει να ήταν ο αόρατος πόνος αυτών των δύο παιδιών;

Θυμάμαι μια στιγμή μέσα στο δωμάτιο του νοσοκομείου, όταν ένας άνθρωπος, θέλοντας ίσως να με βοηθήσει — μεταξύ σοβαρού και αστείου — πολύ άκομψα γύρισε και μου είπε:

«Κοίταξε μην πας και πηδήξεις από καμιά ταράτσα. Το πολύ πολύ να σπάσεις κανένα πόδι και να σε ξαναφέρουμε πίσω».

Σοκαρίστηκα. Σοκαρίστηκα που κάποιος μπορούσε να σκεφτεί κάτι τέτοιο για μένα. Και όμως… Προφανώς ήταν κάτι που στη δουλειά του συναντούσε συχνά.

Όμως κανείς δεν θέλει πραγματικά να φύγει. Θέλει να σταματήσει να πονά.

Δεν γράφω αυτό το κείμενο ως ειδικός. Το γράφω ως άνθρωπος. Ως ένας άνθρωπος που πέρασε μέσα από το τραύμα, τον φόβο και την απόγνωση, αλλά κατάφερε να μείνει εδώ. Ξέρω πόσο λεπτή είναι η γραμμή ανάμεσα στο «αντέχω» και στο «δεν μπορώ άλλο».

Και ίσως τελικά αυτό που χρειαζόμαστε περισσότερο ως κοινωνία είναι να μάθουμε να κοιτάμε λίγο πιο βαθιά ο ένας τον άλλον. Να μην αρκούμαστε στο «μια χαρά φαίνεται». Να ρωτάμε ξανά. Να ακούμε πιο ουσιαστικά. Να είμαστε περισσότερο παρόντες. Να μάθουμε στα παιδιά ότι δεν χρειάζεται να είναι τέλεια για να αξίζουν. Ότι δεν χρειάζεται να αντέχουν τα πάντα μόνα τους. Ότι δεν είναι αδυναμία να ζητήσεις βοήθεια. Ότι ακόμη και στις πιο σκοτεινές στιγμές, υπάρχει τρόπος να μείνεις ζωντανός μέχρι να ξημερώσει ξανά μέσα σου.

Αν η κοινωνία μας παράγει παιδιά που κουράζονται να ζουν πριν καν προλάβουν να μεγαλώσουν, τότε κάτι έχει σπάσει βαθιά. Δεν σώζουν μόνο οι μεγάλες πράξεις. Αρκεί κάτι πολύ πιο απλό. Σώζει ένα χαμόγελο. Μια κουβέντα. Μια αληθινή αγκαλιά. Ένας άνθρωπος που θα σε κάνει να νιώσεις ότι υπάρχει λόγος να μείνεις άλλη μία μέρα.

Και ίσως τελικά αυτή να είναι η μεγαλύτερη ευθύνη όλων μας. Να μην αφήνουμε κανέναν άνθρωπο δίπλα μας να αισθάνεται αόρατος.

Ιωάννα Παλιοσπύρου

Οι άνθρωποι ομορφαίνουμε από μικρές στιγμές αγάπης.

Ιωάννα

Αν εσύ ή κάποιος που αγαπάς περνάει δύσκολα, η γραμμή ψυχολογικής υποστήριξης 10306 είναι διαθέσιμη 24 ώρες το 24ωρο.