Όπου κι αν πας, πάντα θα επιστρέφεις στις ρίζες σου
Το καλοκαίρι έχει αυτή την περίεργη ικανότητα να μας γυρίζει πίσω. Πίσω στο χωριό μας, στο νησί μας, στην πόλη όπου μεγαλώσαμε. Σε εκείνο το σπίτι που μπορεί να έχει αλλάξει ελάχιστα, ενώ εμείς έχουμε αλλάξει τόσο πολύ.
«Όπου κι αν πας στη ζωή σου, πάντα θα επιστρέφεις στις ρίζες σου».
Είναι μια φράση που μου έλεγε συχνά ο πατέρας μου. Όταν ήμουν μικρότερη δεν είμαι σίγουρη ότι καταλάβαινα πραγματικά τι εννοούσε. Οι ρίζες τότε ήταν απλώς ο τόπος μου. Το σπίτι μου. Οι άνθρωποί μου.
Μεγαλώνοντας όμως κατάλαβα ότι είναι πολλά περισσότερα.

Όποτε ανοίγω την πόρτα από το πατρικό μου, ξαφνικά βρίσκομαι μπροστά σε μια παλιότερη εκδοχή του εαυτού μου. Το δωμάτιο όπου κοιμόμουν παιδί. Αναμνήσεις κορνιζαρισμένες σε κάποιο ράφι. Η μυρωδιά από ένα φαγητό που έφτιαχνε πάντα η μαμά μου. Οι φωνές από τη γειτονιά. Οι φίλοι και οι συμμαθητές που μπορεί να βλέπω πλέον μόνο λίγες ημέρες τον χρόνο, αλλά όταν συναντιόμαστε είναι σαν να μην πέρασε ούτε μία μέρα.
Και συνειδητοποιώ πόσο πολύτιμο είναι να υπάρχει κάπου στον κόσμο ένα μέρος που θυμάται ποιος ήσουν πριν γίνεις αυτός που είσαι σήμερα. Όταν ακόμα ήσουν ανέμελος, ρομαντικός, ανυποψίαστος για τη ζωή που θα έρθει.
Η πραγματικότητα είναι πως όσο μεγαλώνουμε, η ζωή μάς πηγαίνει μακριά. Σπουδάζουμε. Δουλεύουμε. Ερωτευόμαστε. Χωρίζουμε. Ταξιδεύουμε. Αλλάζουμε πόλεις και σπίτια. Κυνηγάμε στόχους. Πετυχαίνουμε, αποτυγχάνουμε, ξανασηκωνόμαστε. Γινόμαστε πολλές διαφορετικές εκδοχές του εαυτού μας.
Κι όμως, οι ρίζες μας μένουν εκεί. Γι’ αυτό το πατρικό μας δεν είναι απλώς ένα σπίτι. Είναι ένα από τα ελάχιστα μέρη όπου δεν χρειάζεται να αποδείξουμε τίποτα. Δεν έχει σημασία τι καταφέραμε μέσα στη χρονιά. Πόσα χρήματα βγάλαμε. Πόσο επιτυχημένοι γίναμε ή πόσο δύσκολα περάσαμε.
Εκεί είμαστε απλώς ο εαυτός μας.
Το παιδί που κάποτε έτρεχε γελώντας στους ίδιους δρόμους, έκανε όνειρα χωρίς να γνωρίζει ακόμη πόσο περίπλοκη μπορεί να γίνει η ζωή και πίστευε ότι το καλοκαίρι κρατάει για πάντα.

Υπάρχει κάτι βαθιά θεραπευτικό σε αυτή την επιστροφή.
Γιατί ξέρεις ότι υπάρχει κάπου ένας άνθρωπος που σε περιμένει. Μια πόρτα που δεν χρειάζεται να χτυπήσεις. Ένα μέρος όπου μπορείς για λίγο να αφήσεις κάτω όλα όσα κουβαλάς.
Πιστεύω πως αυτή είναι μία από τις πιο καθαρές μορφές ανιδιοτελούς αγάπης. Σε ένα κόσμο ακατάπαυστης κριτικής, επίδειξης και υποκρισίας, αυτή μπορεί να γίνει το σωσίβιό σου. Η αγάπη που δεν ενδιαφέρεται για το τι έχεις γίνει, αλλά θυμάται πάντα ποιος ήσουν. Που δεν ζητά εξηγήσεις. Που δεν χρειάζεται εντυπωσιακές χειρονομίες. Μπορεί να κρύβεται σε ένα «έφαγες;», σε ένα πιάτο που σε περιμένει στο τραπέζι ή σε έναν άνθρωπο που χαίρεται απλώς επειδή γύρισες.
Και όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω πόσο μεγάλη τύχη είναι αυτό. Γιατί δεν έχουν όλοι ένα μέρος στο οποίο μπορούν να επιστρέψουν. Δεν έχουν όλοι ένα πατρικό γεμάτο όμορφες αναμνήσεις ή ανθρώπους που τους περιμένουν. Γι’ αυτό, όσοι έχουμε αυτή την τύχη, ίσως αξίζει να τη βλέπουμε λίγο λιγότερο ως δεδομένη και λίγο περισσότερο ως προνόμιο.
Έχω ταξιδέψει πολύ και θέλω να ταξιδέψω ακόμα περισσότερο. Αγαπώ αυτή την αίσθηση ότι φεύγω, ανακαλύπτω, γνωρίζω έναν καινούργιο κόσμο και μαζί του μια διαφορετική πλευρά του εαυτού μου.
Όμως ο πατέρας μου είχε δίκιο. Όσο μακριά κι αν ταξιδέψω, κάποιες φορές χρειάζεται να επιστρέψω εκεί από όπου ξεκίνησα. Στο safe place μου. Να θυμηθώ ποια ήμουν πριν ο κόσμος αρχίσει να μου λέει ποια πρέπει να γίνω.
Και αν δεν έχεις αυτό το μέρος, μπορείς να το δημιουργήσεις. Να θυμηθείς τους ανθρώπους που σε αγάπησαν πριν πετύχεις οτιδήποτε. Τους φίλους που γνωρίζουν ιστορίες σου που κανείς άλλος δεν ξέρει. Τις μυρωδιές, τις γεύσεις, τις εικόνες που έφτιαξαν ένα μικρό κομμάτι του χαρακτήρα σου.

Και μήπως τελικά οι ρίζες δεν είναι ένας τόπος αλλά είναι οι άνθρωποι; Μια ανάμνηση. Μια αξία που σου έμαθαν οι γονείς σου. Εκείνο το συναίσθημα ασφάλειας που σε ακολουθεί όπου κι αν βρίσκεσαι και σου θυμίζει ότι κάπου ανήκεις. Και όσο μακριά κι αν μας πάει η ζωή, αυτές οι ρίζες δεν μας κρατούν πίσω. Μας κρατούν όρθιους.
Αυτή είναι μία ακόμη πλευρά του Beautiful Inside Out.
Είναι όμορφο να γνωρίζουμε ότι υπάρχει ακόμα κάπου ένα μέρος, ένας άνθρωπος, μια αγκαλιά που όταν επιστρέφουμε μας λέει, χωρίς καν να χρειάζεται να το πει:
«Καλώς ήρθες σπίτι».