Το δηλητήριο, οι εξηγήσεις και η θεραπεία
Κάποιες φορές δεν χρειάζονται εξηγήσεις.
Φαντάσου να περπατάς μέσα στο δάσος και ξαφνικά ένα φίδι να σε δαγκώσει. Εσύ, εκείνη τη στιγμή, αντί να προσπαθήσεις να ρουφήξεις το δηλητήριο για να σώσεις τον εαυτό σου, το κυνηγάς, γιατί θες να μάθεις απεγνωσμένα τον λόγο που σε δάγκωσε, θες να του πεις ότι δεν το άξιζες αυτό, θες μια απολογία, μια εξήγηση.
Αντί να σκέφτεσαι «Θεέ μου κινδυνεύει η ζωή μου από στιγμή σε στιγμή και πρέπει να φροντίσω τον εαυτό μου για να μην πεθάνω», εσύ κάθεσαι εκεί, το κοιτάς στα μάτια και περιμένεις μια απάντηση. Επιμένεις… «Ειλικρινά θέλω να μου πεις, γιατί μου το έκανες αυτό!». Ξεκινάς να τσακώνεσαι με ένα φίδι. Λες και το φίδι σού οφείλει μια τίμια και ειλικρινή απάντηση, ενώ ταυτόχρονα το δηλητήριο συνεχίζει να σκορπίζεται στο αίμα σου.
Αυτό κάνουμε με τους ανθρώπους που μας πληγώνουν. Αντί να αποδεχόμαστε ότι τα φίδια δαγκώνουν, γιατί αυτή είναι η φύση τους, αντί να συνειδητοποιήσουμε ότι πρώτα πρέπει να σώσουμε τον εαυτό μας, εμείς πιστεύουμε ότι αν έστω καταλάβουμε γιατί συνέβη αυτό, ο πόνος θα λιγοστέψει.
Αλλά αυτό που δεν ξέρουμε, είναι ότι, ακόμη κι αν μάθουμε τον λόγο, το δηλητήριο είναι ακόμα εκεί, δεν φεύγει μαγικά από το σώμα μας. Κάποια φίδια δαγκώνουν, γιατί απλά αυτό κάνουν τα φίδια. Όχι επειδή το αξίζουμε ή επειδή το προκαλέσαμε, όχι επειδή θα μπορούσαμε να το σταματήσουμε αν ήμασταν η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας.

Κάποιες φορές οι άνθρωποι δεν αλλάζουν και μπορεί να «δαγκώσουν» αυτόν που είναι δίπλα τους. Η θεραπεία ξεκινά την ώρα που σταματάς να κυνηγάς το φίδι και τελικά αποφασίζεις να φροντίζεις τον εαυτό σου. Όχι τη στιγμή που αιμορραγείς, ζητώντας εξηγήσεις. Δεν χρειάζονται εξηγήσεις για να θεραπευτείς. Χρειάζεται αποδοχή της κατάστασης, απόσταση αλλά και δύναμη να φύγεις πριν το δηλητήριο σε αποτελειώσει.