Μάρω Κοντού: Η μεγάλη κυρία του θεάτρου έφυγε από τη ζωή στα 92 – Οι συναρπαστικοί έρωτες, οι γάμοι & η λαμπρή καριέρα
Έφυγε από τη ζωή στα 92 της η Μάρω Κοντού, βυθίζοντας σε θλίψη τον καλλιτεχνικό κόσμο και το κοινό που την αγάπησε. Η ηθοποιός υπήρξε μία από τις πιο εμβληματικές και αγαπητές μορφές της ελληνικής καλλιτεχνικής σκηνής. Με φυσική κομψότητα, έντονη σκηνική παρουσία και σπάνιο υποκριτικό ταλέντο, διέγραψε μια πορεία που ξεπέρασε τις πέντε δεκαετίες, αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα στον ελληνικό κινηματογράφο, το θέατρο αλλά και την τηλεόραση.
Το χρονικό της νοσηλείας της
Η ηθοποιός έκανε εισαγωγή το βράδυ της Δευτέρας 15 Ιουνίου στο νοσοκομείο «Αττικόν» και λίγες ημέρες αργότερα έλαβε εξιτήριο. Η ίδια είχε διευκρινίσει ότι υπέστη κάκωση στο αριστερό ισχίο και κάταγμα σε πλευρό. Ωστόσο, η κατάστασή της επιδεινώθηκε και διεκομίσθη στο νοσοκομείο «Άγιος Σάββας» όπου και κατέληξε, σύμφωνα με πληροφορίες, από καρκίνο στον πνεύμονα.
Τα πρώτα χρόνια και η είσοδος στην τέχνη
Γεννημένη στην Αθήνα, το 1934, η Μαριάνθη Κοντού, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, μεγάλωσε στο Κουκάκι. Η πρώτη της επαφή με την τέχνη έγινε μέσα από τον χορό, σπουδάζοντας στη σχολή της Κούλας Πράτσικα, πριν στραφεί οριστικά στην υποκριτική.
Τα πρώτα επαγγελματικά της βήματα πραγματοποιήθηκαν στο Εθνικό Θέατρο, συμμετέχοντας στον Χορό του Αρχαίου Δράματος από το 1953 έως το 1958. Εκεί συνεργάστηκε με σπουδαίους δημιουργούς και ηθοποιούς της εποχής, αποκτώντας πολύτιμες εμπειρίες που αποτέλεσαν τη βάση της σπουδαίας καριέρας που ακολούθησε. Συνολικά, η Μάρω Κοντού πρωταγωνίστησε σε 61 ταινίες μεγάλου μήκους και 90 θεατρικά έργα, ελληνικού και ξένου ρεπερτορίου.

Η εκτόξευση στον κινηματογράφο
Η κινηματογραφική της πορεία ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του ’50 και πολύ σύντομα την καθιέρωσε ως μία από τις πιο λαμπερές παρουσίες της εποχής. Η καθοριστική στιγμή ήρθε όταν βρέθηκε δίπλα στον Δημήτρη Χορν στο «Ρομανσέρο», ανοίγοντας τον δρόμο για μεγάλες επιτυχίες.
Ανάμεσα στις πιο χαρακτηριστικές ταινίες της συγκαταλέγονται:
- «Ο άνθρωπος του τρένου» (1958)
- «Τα κίτρινα γάντια» (1960)
- «Έγκλημα στο Κολωνάκι» (1960)
- «Κάθαρμα» (1963)
- «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης» (1963)
- «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα» (1965)
- «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη» (1968)
- «Εφτά χρόνια γάμου» (1972)
Με ερμηνείες γεμάτες χιούμορ, φινέτσα και φυσικότητα, έγινε μία από τις πιο αγαπητές πρωταγωνίστριες της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου.
Οι δύο γάμοι και οι έρωτες
Η Μάρω Κοντού παντρεύτηκε δύο φορές. Ο πρώτος της γάμος έγινε σε νεαρή ηλικία με τον Ελληνογερμανό κινηματογραφιστή και μοντέρ Αριστείδη Καρύδη-Φουκς, με τον οποίο έζησε μια έντονη σχέση περίπου επτά ετών. Η ίδια έχει περιγράψει τη γνωριμία και την πορεία τους μέσα από χαρακτηριστικές αφηγήσεις:
«Είναι μια ολόκληρη ιστορία, σχεδόν μυθιστορηματική. Είχαμε σχέση πέντε χρόνια. Όταν βγήκα στο θέατρο, κατευθείαν πρωταγωνίστρια δίπλα στον Δημήτρη Χορν, με το έργο Ρομανσέρο, Οκτώβριο του 1959, ήρθαν διάφοροι γαμπροί. Όπως λένε όλοι κι όπως βλέπω και φωτογραφίες, ήμουν μια κουκλάρα. Άρχισα, λοιπόν, να παίρνω ανθοδέσμες, επώνυμες κι ανώνυμες, στο θέατρο. Μέγας θαυμαστής και πολύ φίλος μου ήταν ο Κλέαρχος Κονιτσιώτης, ο παραγωγός ταινιών, ο επονομαζόμενος “πρίγκιπας” του ελληνικού σινεμά. Ο Κλέαρχος το είχε πει ξεκάθαρα στον Ντίντη, ότι, αν χωρίζαμε, εκείνος θα με πολιορκούσε ερωτικά. Εγώ τον έβλεπα μόνο σαν φίλο και ποτέ δεν υπήρξε κάτι μεταξύ μας. Μετά από έναν καβγά που είχα με τον Φουκς, πήγα με τον Κλέαρχο στην Αθηναία για φαγητό. Κούκλοι και οι δύο, σηκωθήκαμε να χορέψουμε και ξαφνικά μπαίνει μέσα ο Ντίντης. Μας βλέπει, μας δείχνει ότι μας είδε και φεύγει».
Σε άλλη της συνέντευξη έχει μιλήσει και για τον χωρισμό τους, αποκαλύπτοντας τις δύσκολες ισορροπίες στη σχέση τους: «Μετά από επτά χρόνια (σχέση και γάμος), αυτό το γρουσούζικο 7 έκανε μια σκανταλιά. Μόλις έγινα γνωστή ηθοποιός και νοικοκυρούλα και χαλάρωσα, μου βάρεσε ένα ωραίο κερατάκι. Το πήρα χαμπάρι και δεν το σήκωσα. Νόμιζα ότι ήταν το πρώτο, αλλά είχε φοβερό σουξέ στις γυναίκες. Χωρίσαμε, παραμείναμε όμως πάντα φίλοι. Ενάμιση χρόνο πριν πεθάνει, έμεινε στο σπίτι μου και μου έλεγε: “Τι να σου κάνω; Πριν σε παντρευτώ με είχαν χεσμένο. Μετά που παντρευτήκαμε, με ήθελαν όλες”. Χωρίσαμε, παραμείναμε όμως πάντα φίλοι».
Ο δεύτερος γάμος της πραγματοποιήθηκε το 1975, όταν ήταν περίπου 41 ετών, με τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα. Παρότι επρόκειτο για έναν αξιόλογο άνθρωπο, η ίδια είχε αναγνωρίσει πως η σχέση δεν δοκιμάστηκε στην καθημερινότητα πριν τον γάμο, κάτι που αποδείχθηκε καθοριστικό.

Ο «απαγορευμένος» έρωτας
Σε πιο ώριμη ηλικία, η Μάρω Κοντού μίλησε για έναν έντονο έρωτα με παντρεμένο ηθοποιό, χωρίς ποτέ να αποκαλύψει την ταυτότητά του. «Στα 60 χρόνια καριέρας είχα μόνο με έναν ηθοποιό μια σχέση, αλλά δε θα πω ποτέ ποιος ήταν. Ήταν παντρεμένος, δε ζει σήμερα, οπότε ποιος ο λόγος να το πω; Ήταν μια ιστορία που ίσως πόνεσε κάποια γυναίκα, δεν ξέρω… Δεν θέλω να το πω. Ήταν δύσκολη κατάσταση. Εκείνος χώρισε κι εγώ δεν το δέχτηκα, έπαθα ψυχοσωματικά. Ένιωθα τύψεις κι ενοχές ότι διέλυσα ένα σπίτι. Τελικά το σπίτι δε διαλύθηκε».
Η ίδια έχει περιγράψει την εμπειρία ως ψυχολογικά φορτισμένη, που την επηρέασε βαθιά, χωρίς όμως να αλλάξει τη στάση της απέναντι στη ζωή και τις επιλογές της.
Ο έρωτας όπως τον έζησε
Σε συνέντευξή της στη Νίκη Λυμπεράκη είχε μιλήσει με ειλικρίνεια για τον έρωτα: «Τον έρωτα τον έχω ζήσει… Ο έρωτας είναι ωραίο πράγμα… Έχω κλάψει, έχω γελάσει… Ο τελευταίος έρωτάς μου ήταν 67 ετών. Από τότε δεν έχω ερωτευτεί ξανά και ούτε θέλω».
Η λαμπρή πορεία στην τέχνη
Από το θέατρο έως τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, η πορεία της υπήρξε συνεχής και γεμάτη επιτυχίες. Μεγάλοι ρόλοι, εμβληματικές συνεργασίες και διαχρονικές ερμηνείες την καθιέρωσαν ως σύμβολο της ελληνικής υποκριτικής. Τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκε και στη δημοφιλή σειρά του MEGA «Η Γη της Ελιάς», σε σκηνοθεσία και παραγωγή του Ανδρέα Γεωργίου, συνεχίζοντας να έχει ενεργή παρουσία στην τηλεόραση.
Η πολιτική της σταδιοδρομία
Διετέλεσε βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας στην Α΄ Περιφέρεια Αθηνών από το 1999 έως το 2000, ενώ τον Ιανουάριο του 2007 επέστρεψε στη Βουλή ως πρώτη επιλαχούσα μετά την παραίτηση του Νικήτα Κακλαμάνη. Στις εκλογές του 2007 δεν επανεξελέγη.
Παράλληλα, υπηρέτησε ως δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων (1994–2002), πρόεδρος του Δημοτικού Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθήνα 9.84 (1995–2002) και πρόεδρος του Κέντρου Βρεφών «ΜΗΤΕΡΑ» (2004–2006).
Η κληρονομιά που αφήνει πίσω
Η Μάρω Κοντού αφήνει πίσω της μια τεράστια καλλιτεχνική παρακαταθήκη. Δεν υπήρξε απλώς μια επιτυχημένη ηθοποιός, αλλά μια μορφή που σημάδεψε ολόκληρες εποχές του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου. Η λάμψη, το ταλέντο και η αυθεντικότητά της παραμένουν ζωντανά μέσα από τους ρόλους της και τη μνήμη του κοινού που την αγάπησε βαθιά.