Από θύμα… κατηγορούμενη: Νέο νομοσχέδιο στη Χιλή προκαλεί φόβο στις γυναίκες που καταγγέλλουν περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας

Από θύμα… κατηγορούμενη: Νέο νομοσχέδιο στη Χιλή προκαλεί φόβο στις γυναίκες που καταγγέλλουν περιστατικά  ενδοοικογενειακής βίας
Unsplash/ Sherise Van Dyk


Ένα νέο νομοσχέδιο για τις «ψευδείς καταγγελίες» στη Χιλή ανοίγει μια επικίνδυνη συζήτηση: πού τελειώνει η προστασία από μια πραγματικά ψευδή κατηγορία και πού αρχίζει ο φόβος για τις γυναίκες που καταγγέλλουν ότι υπέστησαν οποιασδήποτε μορφής κακοποίηση;

Η νομοθετική πρωτοβουλία Boletín N° 18.239-36, που κατατέθηκε στη Γερουσία τον Μάιο του 2026, προβλέπει αυστηρότερες κυρώσεις και ειδική διαδικασία για την αναγνώριση μιας καταγγελίας ως ψευδούς. Η κυβέρνηση του José Antonio Kast έχει δώσει στο νομοσχέδιο καθεστώς «απλής επείγουσας ανάγκης», επιταχύνοντας την κοινοβουλευτική του εξέταση.

Στο επίκεντρο βρίσκονται, μεταξύ άλλων, υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας, σεξουαλικών αδικημάτων και άλλων μορφών κακοποίησης. Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ζήτημα: μια υπόθεση που δεν μπορεί να αποδειχθεί δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η καταγγελία ήταν ψευδής. Όταν, όμως, η καταγγελία μπορεί να οδηγήσει σε μια δεύτερη ποινική διαδικασία, ο φόβος των συνεπειών γίνεται ένα επιπλέον βάρος για όποια αποφασίζει να μιλήσει.

 Όταν το θύμα καλείται να αποδείξει ότι δεν είπε ψέματα

Το νομοσχέδιο προβλέπει ειδική διαδικασία για την εξέταση καταγγελιών που κρίνονται ψευδείς, μαζί με ποινές, χρηματικές κυρώσεις και αυστηρότερες συνέπειες όταν μια τέτοια καταγγελία έχει προκαλέσει σοβαρές δικαστικές επιπτώσεις, όπως περιοριστικά μέτρα ή απομάκρυνση παιδιών.

Η αντιμετώπιση των αποδεδειγμένα ψευδών καταγγελιών είναι θεμιτή. Το πρόβλημα βρίσκεται στο πώς θα διαχωρίζεται μια καταγγελία που αποδεικνύεται ψευδής από εκείνη που απλώς δεν μπορεί να τεκμηριωθεί επαρκώς.

Στην ενδοοικογενειακή βία, για παράδειγμα, η διάκριση αυτή είναι καθοριστική. Η κακοποίηση μπορεί να συμβαίνει πίσω από κλειστές πόρτες, χωρίς αυτόπτες μάρτυρες, μέσα σε ένα περιβάλλον φόβου, ελέγχου και εξάρτησης. Τα αποδεικτικά στοιχεία δεν είναι πάντα διαθέσιμα και η Δικαιοσύνη δε μπορεί πάντα να ανασυνθέσει όσα συνέβησαν. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι απλό αλλά κρίσιμο: τι συμβαίνει όταν μια γυναίκα καταγγέλλει τη βία που υπέστη, αλλά δεν μπορεί να την αποδείξει;

Γυναίκα με μήνυμα κατά την κακοποίηση γυναικών
Pexels/ Kogulanath Ayappan

Τι προβλέπει το νομοσχέδιο για τις ποινές

Η πρόταση εισάγει νέο ποινικό πλαίσιο για τις ψευδείς καταγγελίες, με βασική ποινή που μπορεί να κυμαίνεται από 541 ημέρες έως 5 χρόνια, καθώς και χρηματικές κυρώσεις.

Οι συνέπειες γίνονται αυστηρότερες όταν η καταγγελία αφορά σεξουαλικά αδικήματα ή εντάσσεται σε οικογενειακή δικαστική διαδικασία. Εάν, μάλιστα, η καταγγελία που κρίνεται ψευδής έχει οδηγήσει σε σοβαρές δικαστικές επιπτώσεις, όπως στέρηση ελευθερίας ή απομάκρυνση παιδιών, προβλέπεται περαιτέρω επιβάρυνση της ποινής. Παράλληλα, προβλέπονται αποζημιώσεις, δημόσια ανάκληση της καταγγελίας και άλλες μορφές αποκατάστασης για εκείνον που θεωρεί ότι υπέστη ζημία.

Οι πραγματικά ψευδείς καταγγελίες μπορούν πράγματι να προκαλέσουν σοβαρή βλάβη. Αυτό, όμως, δεν απαντά στο δυσκολότερο ερώτημα: ποιος και με ποια κριτήρια θα αποφασίζει ότι μια καταγγελία ήταν ψευδής;

Όταν η σιωπή μοιάζει ασφαλέστερη από την καταγγελία

Εδώ βρίσκεται ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Μια γυναίκα που ζει σε καθεστώς φόβου ή εξάρτησης χρειάζεται ήδη τεράστιο θάρρος για να καταγγείλει την κακοποίηση. Αν γνωρίζει ότι, σε περίπτωση που η υπόθεσή της δεν προχωρήσει, μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με μια νέα διαδικασία για «ψευδή καταγγελία», η απόφαση να μιλήσει γίνεται ακόμη πιο δύσκολη.

Επομένως, το μήνυμα που λαμβάνουν οι γυναίκες είναι: «Μίλησε, αλλά με δική σου ευθύνη. Αν δεν μπορέσεις να το αποδείξεις, μπορεί να βρεθείς εσύ στο εδώλιο». 

Κι αυτό αφορά κάθε μορφή κακοποίησης όπου το θύμα μπορεί να δυσκολεύεται να συγκεντρώσει αποδεικτικά στοιχεία.

Το Ανώτατο Δικαστήριο «χτυπά καμπανάκι»

Οι ανησυχίες, πάντως, δεν προέρχονται μόνο από οργανώσεις δικαιωμάτων. Τον Ιούνιο του 2026, το Ανώτατο Δικαστήριο της Χιλής απέστειλε στο Κογκρέσο παρατηρήσεις για το νομοσχέδιο, επισημαίνοντας σοβαρά νομικά κενά και «εννοιολογικές συγχύσεις», ενώ εξέφρασε επιφυλάξεις και για την ειδική διαδικασία που προτείνεται.

Η παρέμβαση αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Γιατί όταν το ανώτατο δικαστικό όργανο της χώρας εντοπίζει προβλήματα στον σχεδιασμό μιας τόσο ευαίσθητης ποινικής ρύθμισης, η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς ταχύτερη προώθηση της ψήφισής της.

Γυναίκα με κλειστό το στόμα
Pexels/MART PRODUCTION

Η Δικαιοσύνη πρέπει να προστατεύει, όχι να τρομάζει

Η Χιλή έχει μπροστά της μια κρίσιμη νομοθετική επιλογή. Οι αποδεδειγμένα ψευδείς καταγγελίες πρέπει να αντιμετωπίζονται. Όμως ένα σύστημα που δημιουργεί φόβο σε εκείνες που θέλουν να καταγγείλουν την κακοποίηση κινδυνεύει να πετύχει ακριβώς το αντίθετο από αυτό που υποτίθεται ότι επιδιώκει.

Γιατί το γεγονός ότι «δεν αποδείχθηκε» δεν σημαίνει ότι «δε συνέβη».

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο φράσεις μπορεί να κρίνει αν μια γυναίκα θα βρει το θάρρος να μιλήσει ή θα επιλέξει να παραμείνει σιωπηλή. Γιατί αν εκείνη που καταγγέλλει την κακοποίηση φοβάται τη Δικαιοσύνη περισσότερο απ’ όσο νιώθει ότι προστατεύεται από αυτήν, τότε κάτι έχει πάει πολύ, πολύ λάθος.