Όταν η ανοχή μετακινεί τα όρια
Μεγαλώνοντας παιδιά, ερχόμαστε συχνά αντιμέτωποι με ένα δύσκολο ερώτημα: πού τελειώνει η ελευθερία που θέλουμε να τους δώσουμε και πού αρχίζει το όριο που οφείλουμε να βάλουμε; Όσο μεγαλώνουν, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να κρατήσουμε σταθερά αυτά τα όρια, ειδικά όταν γύρω μας ακούμε συνεχώς: «Έλα μωρέ, όλα τα παιδιά το κάνουν».
Και κάπου εκεί αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε κι εμείς οι ίδιοι: «Αν δεν το αφήσω, θα είναι το μόνο που δεν θα πάει;». Και η πίεση δεν έρχεται μόνο από τα παιδιά, αλλά συχνά και από το περιβάλλον γύρω μας. Από εκείνο το «μην είσαι υπερβολικός» ως το «όλοι τα αφήνουμε», που μπορεί να κάνει έναν γονιό να αμφισβητήσει ένα όριο που μέχρι εκείνη τη στιγμή θεωρούσε αυτονόητο.
Και αυτό είναι ανθρώπινο. Κανείς δεν θέλει το παιδί του να αισθάνεται ότι μένει εκτός ή ότι είναι το μόνο που δεν μπορεί να ακολουθήσει την παρέα του. Ούτε είναι εύκολο για έναν γονιό να αισθάνεται ότι είναι πάντα ο «αυστηρός» σε σχέση με τους υπόλοιπους. Το θέμα είναι μέχρι πού είμαστε διατεθειμένοι να μετακινήσουμε τα δικά μας όρια για να αποφύγουμε αυτό το συναίσθημα.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ολοένα μεγαλύτερη επιθυμία πολλών εφήβων να διασκεδάζουν σε κλαμπ. Ένα παιδί 14, 15 ή 16 ετών δεν οργανώνει συνήθως μόνο του μια τέτοια βραδιά. Τις περισσότερες φορές έχει προηγηθεί η συναίνεση ενός ενήλικα. Σε κάποιες από αυτές, μάλιστα, η συμμετοχή του γονιού είναι ακόμη πιο άμεση: από την κράτηση του τραπεζιού μέχρι και την οργάνωση της βραδιάς. Και σε ορισμένες περιπτώσεις υπάρχει η γνώση ότι, για να μπει το παιδί, θα χρησιμοποιήσει πλαστή ταυτότητα.

Όμως, όταν τα πράγματα ξεφύγουν, όταν ανήλικοι βρεθούν σε αστυνομικά τμήματα ή ακόμη και στα επείγοντα από υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, η πρώτη μας αντίδραση είναι συχνά να αναζητούμε τον ένοχο έξω από το σπίτι.
Μας είναι πολύ πιο εύκολο να κατηγορήσουμε τον ιδιοκτήτη του κλαμπ, το σύστημα ή την κοινωνία, παρά να σκεφτούμε αν κι εμείς, έστω και λίγο, συμβάλαμε ώστε να γίνει αποδεκτό κάτι που δεν θα έπρεπε ποτέ να θεωρείται μέρος της εφηβείας.
Κανείς δεν λέει ότι ο επιχειρηματίας δεν έχει ευθύνη. Έχει. Άλλωστε, η νέα νομοθεσία που ισχύει από τον Ιούλιο του 2025 προβλέπει ευθύνη και για όποιον επιτρέπει την είσοδο σε έναν ανήλικο ή του σερβίρει αλκοόλ.

Το ζήτημα, όμως, είναι ευρύτερο. Αφορά ελευθερίες που μεταφέρονται σταδιακά σε μικρότερες ηλικίες: διακοπές χωρίς ενήλικες, μεγαλύτερη ελευθερία στις μετακινήσεις και στις εξόδους -, αλλά και μικρές καθημερινές παραβάσεις που προσπερνάμε επειδή «όλοι το κάνουν». Γενικότερα αφορά όσα επιτρέπουμε, μόνο και μόνο επειδή έχουν πλέον καθιερωθεί γύρω μας.
Γιατί η κοινωνία δεν αλλάζει ξαφνικά. Αλλάζει όταν αρχίζουμε να θεωρούμε αυτονόητο αυτό που μέχρι χθες θα μας προβλημάτιζε. Όταν η ανοχή γίνεται συνήθεια. Όταν ο συμβιβασμός βαφτίζεται αγάπη και όταν η απουσία ορίων παρουσιάζεται ως «σύγχρονη» διαπαιδαγώγηση.
Το να βάζουμε όρια δεν σημαίνει ότι μεγαλώνουμε τα παιδιά μας μέσα στις απαγορεύσεις, ούτε ότι θα στερηθούν τις παρέες, τις εξόδους και τις εμπειρίες που αντιστοιχούν στην ηλικία τους. Σημαίνει να ξεχωρίζουμε την ελευθερία που χρειάζονται για να μεγαλώσουν και να εξελιχθούν από όσα είναι ακόμη πολύ νωρίς για να ζήσουν.
Οι εποχές αλλάζουν και μαζί τους οι συνήθειες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε αλλαγή είναι και πρόοδος. Πώς είναι δυνατόν να θεωρούμε φυσιολογικό ένα παιδί 14, 15 ή 16 ετών να βρίσκεται μέχρι τα ξημερώματα σε ένα κλαμπ και να καταναλώνει αλκοόλ; Και η ελευθερία δεν μπορεί να έρχεται όλο και νωρίτερα, χωρίς να εξετάζουμε αν συμβαδίζει με την ηλικία, την ωριμότητα και την ικανότητά του να διαχειριστεί όσα μπορεί να προκύψουν.
Πρόοδος δεν είναι να λέμε περισσότερα «ναι». Είναι να ξέρουμε πότε ένα «όχι» είναι απαραίτητο.
Γιατί το «όχι» μπορεί να στενοχωρήσει το παιδί για μία νύχτα. Το «ναι», όμως, μπορεί να του μάθει ότι οι κανόνες υπάρχουν μόνο μέχρι τη στιγμή που μας δυσκολεύουν.
Και ίσως, πριν πούμε για ακόμη μία φορά «πού πάει η κοινωνία μας», υπάρχει ένα ερώτημα που αξίζει να μείνει:
Μήπως η κοινωνία πηγαίνει ακριβώς εκεί όπου την οδηγεί η ανοχή μας;