Social media μετά τα 15: Τι κερδίζουμε όταν δίνουμε στα παιδιά λίγο περισσότερο χρόνο 

Social media μετά τα 15: Τι κερδίζουμε όταν δίνουμε στα παιδιά λίγο περισσότερο χρόνο 
Pexels/Antoni Shkraba


«Μα όλοι οι φίλοι μου έχουν TikTok». 
«Θα είμαι η μόνη που δεν έχει Instagram». 
«Μαμά, δεν καταλαβαίνεις. Εκεί είναι όλοι». 

«Μα όλοι έτσι μιλάνε! Δε θα μιλάω με κανέναν!» 

Όποιος έχει παιδί στην προεφηβεία ή στην εφηβεία, πιθανότατα έχει ακούσει κάποια εκδοχή αυτών των φράσεων. Και πίσω τους κρύβεται μια αλήθεια που συχνά εμείς οι ενήλικες δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε: για τα παιδιά μας τα social media δεν είναι απλώς μερικές εφαρμογές στο κινητό. Είναι ένα ολόκληρο σύμπαν μέσα στο οποίο συναντιούνται, συγκρίνονται, φλερτάρουν, τσακώνονται, δοκιμάζουν τα όριά τους και, σε έναν βαθμό, ανακαλύπτουν ποιοι είναι. 

Γι’ αυτό θεωρώ σημαντικό το όριο των 15 ετών για την πρόσβαση στα social media. Όχι επειδή πιστεύω ότι στα 15 συμβαίνει κάτι μαγικό και ένα παιδί ξυπνά ξαφνικά ώριμο και έτοιμο να διαχειριστεί τον ψηφιακό κόσμο. Ούτε επειδή πιστεύω ότι η τεχνολογία είναι ο εχθρός. Το θεωρώ σημαντικό γιατί μας χαρίζει χρόνο. Χρόνο στον οποίο ο εγκέφαλος ωριμάζει, χτίζεται η προσωπικότητα, η αυτοεκτίμηση και η κριτική σκέψη. Χρόνο για να δώσουμε στα παιδιά εργαλεία πριν τα αφήσουμε να μπουν σε έναν κόσμο που απαιτεί πολύ περισσότερη ψυχική ωριμότητα απ’ όση φανταζόμαστε. Το παιδί δεν βλέπει απλώς μια οθόνη. Βλέπει έναν κόσμο, για τον οποίο μπορεί να μην είναι ακόμη έτοιμο.

Υπάρχει ένα κομμάτι της συζήτησης που με ανησυχεί ιδιαίτερα ως ψυχολόγο: το περιεχόμενο στο οποίο μπορεί να εκτεθεί ένα παιδί πολύ πριν αποκτήσει την ωριμότητα για να το επεξεργαστεί. 

Πορνογραφικό ή υπερσεξουαλικοποιημένο περιεχόμενο, βία, αυτοτραυματισμός, ακραίες δίαιτες και διατροφικές συμπεριφορές. Πρότυπα σώματος που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, επικίνδυνες «προκλήσεις», ρητορική μίσους, περιεχόμενο που εξιδανικεύει συμπεριφορές οι οποίες μπορεί να είναι επικίνδυνες. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι «δεν πρέπει να τα δει». Το ουσιαστικό ερώτημα είναι: τι κάνει ένα παιδί 11, 12 ή 13 ετών με κάτι που είδε και δεν μπορεί ακόμη να καταλάβει; 

Μια εικόνα μπορεί να φύγει από την οθόνη σε ένα δευτερόλεπτο, δεν φεύγει όμως πάντα το ίδιο εύκολα από το μυαλό. Και τα παιδιά δεν έρχονται απαραίτητα να μας πουν «είδα κάτι που με αναστάτωσε». Μπορεί να ντραπούν, να φοβηθούν ότι θα τους πάρουμε το κινητό, να μην έχουν καν τις λέξεις για να περιγράψουν αυτό που αισθάνονται. Κάποιες φορές αυτό που βλέπουμε εμείς είναι μόνο το αποτέλεσμα: ένα παιδί πιο φοβισμένο, πιο κλειστό, πιο ευερέθιστο. Ένα κορίτσι που ξαφνικά αρχίζει να μιλά με σκληρότητα για το σώμα του. Ένα αγόρι που έχει σχηματίσει αντιλήψεις για το σεξ και τις σχέσεις μέσα από εικόνες που δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματική οικειότητα. 

Κι εσύ αναρωτιέσαι: «Μα από πού το έμαθε αυτό;».

Παιδιά κοιτάζουν το κινητό
Pexels/Jessica Lewis 🦋 thepaintedsquare

 Και μετά υπάρχει το ατελείωτο scroll 

Ένα reel. Το επόμενο. Άλλο ένα. Αστείο, χορός, είδηση, σώμα, διαφήμιση, συνταγή, influencer, ένα ακόμη αστείο. Δευτερόλεπτα το καθένα. 

Το περιεχόμενο αλλάζει πριν προλάβεις σχεδόν να σκεφτείς αυτό που μόλις είδες. 

Τι συμβαίνει όταν ένας εγκέφαλος που ακόμη αναπτύσσεται συνηθίζει να τροφοδοτείται για ώρες με εξαιρετικά γρήγορα, συνεχώς μεταβαλλόμενα και ιδιαίτερα ελκυστικά ερεθίσματα; 

Η προσοχή χρειάζεται εξάσκηση. Το ίδιο και η ικανότητα να περιμένω. Να αντέχω τη μονοτονία, να διαβάζω δύο σελίδες χωρίς κάτι να αναβοσβήνει μπροστά μου, να ακούω τον άλλον χωρίς να αναζητώ παράλληλα το επόμενο ερέθισμα, να κάθομαι για λίγο χωρίς να συμβαίνει τίποτα. 

Αυτά μπορεί να φαίνονται μικρά, κι όμως δεν είναι. Αντιθέτως, είναι δεξιότητες που χρειάζονται στο σχολείο, στις σχέσεις, στη δουλειά και τελικά στη ζωή. 

Ακούω γονείς να μου λένε: «Δεν μπορεί να δει ούτε μια ταινία πια, βαριέται». Ή «κάθεται να διαβάσει και σε δύο λεπτά έχει πιάσει το κινητό». Κι εφήβους να περιγράφουν σχεδόν το ίδιο πράγμα με διαφορετικές λέξεις: «Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ», «βαριέμαι αμέσως», «θέλω συνέχεια να κοιτάξω κάτι».

Δεν σημαίνει ότι για κάθε δυσκολία συγκέντρωσης ευθύνονται τα social media. Αξίζει, όμως, να αναρωτηθούμε τι είδους συνήθειες προσοχής καλλιεργούμε όταν μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου περνά μέσα σε αυτή τη διαρκή εναλλαγή. 

«Μόλις της παίρνω το κινητό, γίνεται άλλος άνθρωπος» 

Είναι άλλη μια φράση που ακούω συχνά να μου λέτε με αγωνία. 

«Δεν μπορούμε να φάμε χωρίς να κοιτάζει την οθόνη». 

«Αν του πω να το αφήσει, ξεκινά καβγάς». 

«Την είδα να κλαίει επειδή η φωτογραφία της δεν πήρε αρκετά likes». 

Και πίσω από όλα αυτά δεν βλέπω «κακά παιδιά» ή «ανίκανους γονείς». Βλέπω οικογένειες που προσπαθούν να βάλουν όρια σε κάτι εξαιρετικά δύσκολο να οριοθετηθεί. 

Σκέψου πόσο δύσκολο σου είναι εσένα, που είσαι ενήλικας,  να πεις «άλλο ένα βίντεο και κλείνω» και να το κάνεις όντως. Και μετά ας αναρωτηθούμε πόσο ρεαλιστικό είναι να περιμένουμε από ένα δωδεκάχρονο να διαθέτει την αυτορρύθμιση που πολλές φορές δυσκολευόμαστε να επιστρατεύσουμε εμείς. 

Το κοινό ηλικιακό όριο, λοιπόν,  μπορεί να ανακουφίσει και τις οικογένειες. Ο γονιός παύει να είναι ο μοναδικός «κακός» που απαγορεύει κάτι το οποίο έχουν όλοι οι υπόλοιποι. 

Αγόρια κοιτάζουν το κινητό
Pexels/Max Fischer

Κερδίζοντας χρόνο μέχρι τα 15 

Για μένα, λοιπόν, εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αξία αυτής της αλλαγής. 

Δεν είναι τα δύο ή τρία χρόνια χωρίς Instagram ή TikTok από μόνα τους. 

Είναι τί θα κάνουμε μέσα σε αυτά τα χρόνια. 

Αν απλώς κρατήσουμε το κινητό μακριά από ένα παιδί μέχρι τα 15 και την ημέρα των γενεθλίων του του πούμε «τώρα μπορείς», δεν το έχουμε προετοιμάσει για τίποτα. 

Αντίθετα, αυτά τα χρόνια είναι πολύτιμο «εργαστήριο» ζωής. Μέσα από το σχολείο, τον αθλητισμό, τις παραστάσεις που αποκτά από τη ζωή,  μαθαίνει να οργανώνεται, να συγκεντρώνεται, να αξιοποιεί το χρόνο του, να κοινωνικοποιείται, να ανταπεξέρχεται στις αντιξοότητες και όλα αυτά αυξανόμενα, όσο μεγαλώνει κι όσο ωριμάζει. Η λογική του διαμορφώνεται και με τα προηγούμενα εφόδια, αρχίζει να σχηματίζεται η κριτική του ικανότητα. Κι έτσι μόνο, όταν έρθει η ώρα, όταν πλέον θα επιτρέπεται, θα μπορεί να αναγνωρίζει ότι μια φωτογραφία είναι επεξεργασμένη, ότι ένας influencer του προτείνει κάτι γιατί πληρώνεται για να το κάνει, ότι ο αλγόριθμος δεν του δείχνει απαραίτητα «την πραγματικότητα», αλλά περισσότερο από εκείνο που κατάφερε να κρατήσει την προσοχή του. Έτσι θα μάθει να αναρωτιέται: «Γιατί μου εμφανίζεται συνέχεια αυτό;», «Γιατί αυτός ο λογαριασμός με κάνει να νιώθω άσχημα για τον εαυτό μου;», «Είναι αλήθεια αυτό που βλέπω;», «Ποιος το λέει και γιατί;». 

Αυτό είναι κριτική σκέψη και είναι το σημαντικότερο parental control που μπορούμε να εγκαταστήσουμε , όχι στο κινητό του παιδιού μας, αλλά μέσα του. 

Με τις δεξιότητες που θα έχει αποκτήσει και το χρόνο που θα μπορούμε να έχουμε μαζί του, θα έχουμε τη δυνατότητα να του μάθουμε επίσης τι κάνει όταν κάποιος του ζητήσει μια φωτογραφία, τι σημαίνει προσωπικό δεδομένο, γιατί κάτι που στέλνουμε ιδιωτικά μπορεί αύριο να γίνει δημόσιο, τι κάνει αν δεχθεί εκφοβισμό ή σεξουαλική προσέγγιση. Και, πάνω απ’ όλα, ότι αν κάτι συμβεί, μπορεί να έρθει σε εμάς χωρίς η πρώτη μας αντίδραση να είναι θυμός και τιμωρία. 

Γιατί θέλουμε να είμαστε το πρώτο τηλέφωνο που θα κάνει όταν φοβηθεί. Όχι οι τελευταίοι άνθρωποι που θα το μάθουν. 

Γονείς και παιδί κοιτάζουν τα κινητά τους.
Pexels/Vitaly Gariev

Το δύσκολο κομμάτι: πρέπει να κοιτάξουμε και τη δική μας οθόνη 

Υπάρχει βέβαια και κάτι που ως γονείς δεν μας αρέσει πάντα να ακούμε. 

Τα παιδιά παρατηρούν περισσότερο απ’ όσο ακούν. Δεν γίνεται να τους λέμε «άσε επιτέλους το κινητό» και εμείς να απαντάμε σε μηνύματα στο τραπέζι. Να απαιτούμε να μη χαζεύουν στην οθόνη ενώ κάθε φορά που περιμένουμε δύο λεπτά στην ουρά βγάζουμε τη δική μας. 

Χρειαζόμαστε οικογενειακούς κανόνες που να ισχύουν για όλους. Γεύματα χωρίς κινητά, συσκευές έξω από τα υπνοδωμάτια τη νύχτα, ώρες μέσα στην ημέρα όπου δεν χρειάζεται να είμαστε διαθέσιμοι σε κανέναν μέσω μιας οθόνης. 

Και χρειάζεται να ξαναδώσουμε στα παιδιά κάτι που έχουμε αρχίσει να αντιμετωπίζουμε σχεδόν σαν πρόβλημα: τη βαρεμάρα. 

Ας βαρεθούν λίγο, ας κοιτάξουν έξω από το παράθυρο στο αυτοκίνητο, ας περιμένουν, ας σκεφτούν, ας επινοήσουν κάτι να κάνουν. 

Δεν χρειάζεται κάθε κενό της ημέρας να γεμίζει. 

Ούτε όμως μπορούμε να τα αφήσουμε όλα στους γονείς 

Η προστασία των παιδιών στον ψηφιακό κόσμο δεν μπορεί να είναι ένα ακόμη βάρος που μεταφέρεται αποκλειστικά στην οικογένεια. 

Χρειαζόμαστε σχολεία που να διδάσκουν πραγματικό ψηφιακό γραμματισμό , όχι μια αποσπασματική ομιλία μία φορά τον χρόνο. Χρειαζόμαστε εκπαίδευση για το cyberbullying, την εικόνα σώματος, τη σεξουαλική ασφάλεια στο διαδίκτυο, την παραπληροφόρηση, τους αλγορίθμους και την τεχνητή νοημοσύνη. 

Χρειαζόμαστε επίσης πλατφόρμες που να αναλαμβάνουν το δικό τους μερίδιο ευθύνης: αποτελεσματική προστασία των ανηλίκων, ασφαλέστερες προεπιλογές, ουσιαστικούς περιορισμούς στο επιβλαβές περιεχόμενο και σχεδιασμό που δεν αντιμετωπίζει την προσοχή ενός παιδιού σαν ένα ακόμη προϊόν προς εκμετάλλευση. 

Γιατί δεν μπορούμε από τη μία να δημιουργούμε έναν ψηφιακό κόσμο εξαιρετικά δύσκολο να εγκαταλείψεις και από την άλλη να ρωτάμε ένα δεκατριάχρονο: «Μα γιατί δεν το κλείνεις;». 

Μαμά παίρνει κινητό παιδιού από τα χέρια του.
Pexels/https://kaboompics.com/

 Δεν θέλουμε να μεγαλώσουμε παιδιά που φοβούνται το διαδίκτυο 

Θέλουμε να μεγαλώσουμε παιδιά που ξέρουν να ζουν με αυτό,  χωρίς να χάνονται σε αυτό. 

Γι’ αυτό βλέπω θετικά το όριο των 15 ετών. Όχι ως απαγόρευση που λύνει το πρόβλημα, αλλά ως χρόνο που μας χαρίζεται. 

Χρόνο για να δυναμώσει λίγο περισσότερο το παιδί πριν βρεθεί απέναντι σε έναν κόσμο που θα προσπαθήσει να του πει πώς πρέπει να μοιάζει, τι πρέπει να αγοράσει, τι πρέπει να επιθυμεί και, μερικές φορές, ακόμη και τι πρέπει να πιστεύει. Χρόνο για να καλλιεργήσει συγκέντρωση, αυτορρύθμιση, αυτοεκτίμηση και κριτική σκέψη. Να μάθει να ξεχωρίζει την πληροφορία από τη χειραγώγηση, την πραγματική ζωή από την επιμελημένη εικόνα της και τη σύνδεση με τους άλλους, από την απλή συλλογή likes. Κι όταν τελικά ανοίξει την πόρτα αυτού του κόσμου, γιατί κάποια στιγμή θα την ανοίξει, να μην μπει μόνο του και απροετοίμαστο. 

Το σημαντικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο: 

«Πότε θα επιτρέψουμε στα παιδιά μας να μπουν στα social media;».

Είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο: 

«Ποια παιδιά θέλουμε να είναι όταν μπουν;» .