Γυναικοκτονίες: Τι γίνεται με τα παιδιά που μένουν πίσω;

Γυναικοκτονίες: Τι γίνεται με τα παιδιά που μένουν πίσω;
magnific


Όταν μια γυναίκα δολοφονείται, λέμε ότι χάθηκε μια ζωή.

Δεν λέμε, όμως, αρκετά συχνά ότι μαζί της αλλάζουν για πάντα και οι ζωές των παιδιών της.

Γιατί ένα παιδί δεν χάνει απλώς τη μητέρα του.

Χάνει τη φωνή που το φώναζε με το όνομά του.
Τα χέρια που το αγκάλιαζαν.
Το πρόσωπο που έψαχνε όταν φοβόταν.
Το σπίτι που ήξερε.
Την καθημερινότητά του.
Την αίσθηση ότι υπάρχει κάπου ένας άνθρωπος που θα είναι πάντα εκεί.

Και μερικές φορές χάνει και τον πατέρα του.

Τον άνθρωπο που θα έπρεπε να το προστατεύσει.

Τον άνθρωπο που αντί να προστατεύσει τη μητέρα του, της αφαίρεσε τη ζωή.

Πώς μεγαλώνει ένα παιδί μετά από αυτό;

Πώς μαθαίνει ξανά να εμπιστεύεται;

Πώς νιώθει ασφαλές, όταν ο κόσμος του έγινε επικίνδυνος μέσα στο ίδιο του το σπίτι;

Πώς μαθαίνει τι σημαίνει αγάπη, όταν ο άνθρωπος που κάποτε ονομαζόταν «μπαμπάς» συνδέεται πλέον με τη μεγαλύτερη απώλεια της ζωής του;

παιδί με μητέρα θύμα γυναικοκτονίας
magnific

Και υπάρχει και κάτι που ίσως δεν βλέπουμε.

Το παιδί μπορεί να συνεχίσει.

Θα πάει σχολείο.
Θα γελάσει.
Θα παίξει.
Θα μεγαλώσει.
Κάποια στιγμή μπορεί να ερωτευτεί, να σπουδάσει, να κάνει τη δική του οικογένεια.

Και εμείς μπορεί να πούμε: «Τα κατάφερε».

Όμως το τραύμα δεν φαίνεται πάντα.

Μπορεί να βρίσκεται σε έναν φόβο που δεν μπορεί να εξηγήσει.
Σε μια δυσκολία να εμπιστευτεί.
Σε μια ανάγκη να ελέγχει τα πάντα.
Σε έναν θυμό που δεν ξέρει από πού έρχεται.
Σε μια ενοχή που ποτέ δεν του ανήκε.
Σε μια βαθιά ανάγκη να μην ξαναχάσει κανέναν.

Γιατί τα παιδιά αυτά δεν έχασαν μόνο έναν άνθρωπο.

Έχασαν την παιδική τους αίσθηση ότι ο κόσμος είναι ένα ασφαλές μέρος.

Και γι’ αυτό δεν αρκεί να τους πούμε «είμαστε δίπλα σας».

Χρειάζεται να είμαστε πραγματικά δίπλα τους.

Να έχουν ένα σταθερό σπίτι.
Να μην αγωνιούν για το αύριο.
Να έχουν πρόσβαση σε ψυχολογική υποστήριξη.
Να έχουν φροντίδα υγείας.
Να έχουν ανθρώπους που μπορούν να τους μεγαλώσουν με ασφάλεια.
Να έχουν χρόνο.

Και κυρίως, να έχουν το δικαίωμα να πενθήσουν.

Χωρίς να πρέπει να γίνουν δυνατά πριν την ώρα τους.

Γιατί ένα παιδί που χάνει τη μητέρα του από γυναικοκτονία δεν είναι απλώς «το παιδί του θύματος».

Είναι και το ίδιο θύμα.

Έχει χάσει τη μητέρα του.
Έχει χάσει την οικογένεια όπως την ήξερε.
Έχει χάσει την ασφάλειά του.

Και καλείται να συνεχίσει τη ζωή του κουβαλώντας μια ιστορία που δεν επέλεξε ποτέ.

Και θέλω να πω κάτι ακόμη, ίσως το πιο σημαντικό:

Ο θάνατος της μητέρας του δεν πρέπει να γίνει και η καταδίκη της δικής του ζωής.

Δεν μπορούμε να πάρουμε πίσω τη μητέρα.

Δεν μπορούμε να σβήσουμε αυτό που συνέβη.

Μπορούμε όμως να αποφασίσουμε τι θα συμβεί από εδώ και πέρα.

Μπορούμε να μη μείνει το παιδί μόνο με τις αναμνήσεις, τον φόβο και το τραύμα.

Μπορούμε να του δώσουμε ανθρώπους που θα μείνουν.

Να του δώσουμε ασφάλεια εκεί όπου κάποτε υπήρχε φόβος.

Να του δώσουμε φροντίδα εκεί όπου υπήρξε εγκατάλειψη.

Να του δώσουμε χώρο να κλάψει, χωρίς να του ζητήσουμε να «προχωρήσει».

Και κάποτε, όταν θα μεγαλώσει, να μπορεί να κοιτάξει πίσω και να ξέρει πως, όταν όλα γύρω του κατέρρευσαν, κάποιος στάθηκε εκεί.

Γιατί μια κοινωνία δεν κρίνεται μόνο από το πώς τιμωρεί εκείνον που έκανε το κακό.

Κρίνεται και από το τι κάνει για εκείνους που έμειναν πίσω.

Και τα παιδιά της γυναικοκτονίας είναι αυτά που έμειναν πίσω.

Δεν διάλεξαν την απώλεια.
Δεν διάλεξαν το τραύμα.
Δεν διάλεξαν την ιστορία που θα κουβαλήσουν.

Εμείς, όμως, μπορούμε να διαλέξουμε αν θα τα αφήσουμε μόνα να τη σηκώσουν.

Γιατί η μητέρα τους έφυγε βίαια από τη ζωή.

Εκείνα, όμως, είναι ακόμη εδώ.

Και έχουν δικαίωμα όχι απλώς να επιβιώσουν.

Έχουν δικαίωμα να ζήσουν.