Μήπως χάνουμε το μέτρο;

Μήπως χάνουμε το μέτρο;
Unsplash/niu niu


Διαβάζοντας τις ειδήσεις των τελευταίων ημερών, στάθηκα σε ένα περιστατικό που με έβαλε σε σκέψεις.

Μία προσωπική αντιπαράθεση μεταξύ θείας και ανιψιάς κατέληξε σε σύλληψη. Το κορίτσι πήγε στο αστυνομικό τμήμα υποβάλλοντας καταγγελία, με τις Αρχές να ενεργοποιούν τις αυστηρές διατάξεις της νομοθεσίας περί διακρίσεων επειδή η θεία της την αποκάλεσε «χοντρή».

Ένα σχόλιο για το σώμα κάποιου μπορεί να πονέσει. Μπορεί να μείνει χαραγμένο στη μνήμη του για χρόνια. Οι λέξεις έχουν δύναμη και γι’ αυτό χρειάζεται να τις χρησιμοποιούμε με προσοχή.

Το να σχολιάζεις το σώμα ενός ανθρώπου, να τον μειώνεις ή να τον προσβάλλεις δεν είναι ούτε ευγενικό ούτε δείχνει σεβασμό. Και όσοι έχουμε βρεθεί στη θέση του αποδέκτη ενός κακόβουλου σχολίου γνωρίζουμε πόσο μπορεί να μας επηρεάσει.

Αναρωτιέμαι όμως μήπως, στην προσπάθειά μας να προστατεύσουμε τους ανθρώπους από κάθε μορφή προσβολής, κινδυνεύουμε να περάσουμε στο άλλο άκρο.

Δεν ξέρω όλες τις λεπτομέρειες της συγκεκριμένης υπόθεσης και δεν θα ήταν σωστό να τις κρίνω. Αυτό που με προβληματίζει όμως είναι η γενικότερη συζήτηση που άνοιξε. Αν κάθε άσχημη κουβέντα οδηγείται στα δικαστήρια ή αντιμετωπίζεται σαν ποινικό ζήτημα, μήπως τελικά χάνουμε την αίσθηση του μέτρου;

Δεν μπορώ να μη σκεφτώ μήπως έχουμε αρχίσει να μετακινούμε το όριο ανάμεσα στην αγένεια και στην ποινικοποίηση κάθε προσβλητικής συμπεριφοράς.

Αν πράγματι κάποιος μπορεί να συλληφθεί μόνο και μόνο επειδή αποκάλεσε έναν άλλον «χοντρό», τότε αξίζει να αναρωτηθούμε πού σταματά η κοινωνική ευθύνη και πού αρχίζει η υπερβολή; Η ευγένεια δεν επιβάλλεται με χειροπέδες. Ο σεβασμός είναι αξία που καλλιεργείται, όχι κάτι που επιτυγχάνεται αποκλειστικά μέσω της ποινικής αντιμετώπισης.

Τα τελευταία χρόνια γίνεται –και σωστά– μεγάλη προσπάθεια να καταπολεμηθούν ο εκφοβισμός, οι διακρίσεις και ο δημόσιος εξευτελισμός. Είναι μια πρόοδος που αξίζει να διαφυλάξουμε. Όμως κάθε κοινωνία χρειάζεται και μέτρο. Όταν όλα αντιμετωπίζονται με την ίδια αυστηρότητα, υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί η διάκριση ανάμεσα στην πραγματική κακοποίηση και σε μια, έστω απαράδεκτη, λεκτική προσβολή.

Πιστεύω βαθιά στον σεβασμό. Πιστεύω ότι δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να σχολιάζουμε το σώμα, την εμφάνιση ή τις αδυναμίες του άλλου. Όμως πιστεύω εξίσου ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε σε έναν κόσμο όπου κανείς δεν θα πει ποτέ κάτι άδικο, αγενές ή κακόβουλο.

Και κάπου εκεί έρχεται και η δική μας ευθύνη.

Να μάθουμε να προστατεύουμε τον εαυτό μας. Να χτίζουμε την αυτοεκτίμησή μας τόσο γερά, ώστε η γνώμη ενός ανθρώπου που μας μειώνει να μην καθορίζει την αξία μας. Γιατί πάντα θα υπάρχει κάποιος που θα βρει κάτι να σχολιάσει. Σήμερα είναι τα κιλά μας. Αύριο η ηλικία μας. Μεθαύριο η δουλειά μας, οι επιλογές μας ή ο τρόπος που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας.

Αν αφήσουμε κάθε κακόβουλη κουβέντα να μας διαλύει, τότε δίνουμε στους άλλους πολύ μεγαλύτερη δύναμη απ’ όση τους αναλογεί.

Ίσως αυτή είναι μια δεξιότητα που δεν διδάσκουμε/διδασκόμαστε αρκετά. Μαθαίνουμε στα παιδιά να ζητούν προστασία – και καλά κάνουμε όταν πραγματικά τη χρειάζονται. Τους μαθαίνουμε όμως και πώς να αντιμετωπίζουν έναν άδικο άνθρωπο; Πώς να μη μετρούν την αξία τους μέσα από τα λόγια κάποιου που θέλει απλώς να τους πληγώσει;

Η ψυχική ανθεκτικότητα δεν σημαίνει να αποδεχόμαστε την προσβολή ούτε να τη θεωρούμε φυσιολογική. Σημαίνει να μη γινόμαστε αιχμάλωτοί της.

Ο σεβασμός είναι απαραίτητος. Η ευγένεια επίσης. Όμως θα ήθελα να ζήσω σε μια κοινωνία που, μαζί με αυτά, καλλιεργεί και ανθρώπους δυνατούς. Ανθρώπους που δεν πληγώνουν τους άλλους, αλλά και ανθρώπους που δεν καταρρέουν από κάθε άδικη κουβέντα που θα ακούσουν στη ζωή τους.

Γιατί, όσο κι αν προσπαθήσουμε, δεν θα αλλάξουμε ποτέ όλους τους ανθρώπους. Μπορούμε όμως να δυναμώσουμε τον εαυτό μας. Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορούμε να κάνουμε στην ψυχή μας.