Η διεθνής prima ballerina Ελεάνα Ανδρεούδη ήταν ένα ντροπαλό παιδί αλλά στη σκηνή ένιωθε πάντα κύκνος
Από τα 7 της χρόνια, όταν το μπαλέτο μπήκε για πρώτη φορά στη ζωή της, η Ελεάνα Ανδρεούδη – η νέα μας muse of the week – ήξερε σχεδόν από ένστικτο ότι αυτός είναι ο δρόμος της. Με το καθημερινό της πρόγραμμα να περιστρέφεται γύρω από ατελείωτες ώρες προπόνησης, σχολείο και διαρκή πειθαρχία, η ίδια δεν είδε ποτέ αυτή τη διαδρομή ως θυσία, αλλά ως απόλυτη επιθυμία και πάθος. Στα 10 της ήταν ήδη σίγουρη για την επιλογή της, ενώ στα 15 άφησε την Ελλάδα και μετακόμισε στο Μόναχο, ξεκινώντας μια λαμπρή πορεία που την οδήγησε σε μεγάλους διαγωνισμούς και καθοριστικές στιγμές που διαμόρφωσαν τη χορευτική της ταυτότητα.
Σήμερα, ως διεθνής prima ballerina με παρουσία σε κορυφαίες σκηνές, όπως η Arena di Verona, μιλά στο muse.gr για την αφοσίωση που απαιτεί το μπαλέτο, τα highlights της καριέρας της, και μας συστήνει καλύτερα τη μαγεία ενός κόσμου που απαιτεί απόλυτη αλήθεια πάνω στη σκηνή.

Τα παιδικά χρόνια στη Λάρισα, το Μόναχο & οι τέχνες στην Ελλάδα
Ελεάνα, πού γεννήθηκες και μεγάλωσες; Πώς ήταν τα παιδικά σου χρόνια;
Μεγάλωσα στη Λάρισα μέχρι τα 15 μου. Το μπαλέτο μπήκε στη ζωή μου πολύ νωρίς, στα 7. Και στα 10 μου ήξερα ήδη ότι αυτό θέλω να κάνω. Ήταν κάτι που ήθελα τόσο πολύ, που το περίμενα κάθε μέρα. Δεν θυμάμαι να είχα ελεύθερο χρόνο. To πρόγραμμα είχε σχολείο, διάβασμα, μπαλέτο, αγγλικά – και ξανά μπαλέτο.
Ακόμα και Κυριακές είχα προπόνηση, όμως ποτέ δεν το είδα ως θυσία. Ήταν η ζωή μου.
Άρα δεν ένιωσες να πιέζεσαι;
Όχι. Καθόλου. Ήταν καθαρό πάθος. Δεν ένιωσα ποτέ ότι κάνω θυσίες, γιατί ήθελα να είμαι εκεί.
Είπες ότι μέχρι τα 15 έζησες στη Λάρισα. Μετά;
Από πολύ μικρή άρχισα να πηγαίνω σε διαγωνισμούς στο εξωτερικό, να παίρνω βραβεία και να ανοίγουν δρόμοι. Έχω εκπροσωπήσει την Ελλάδα στη Eurovision Young Dancers (μετά απο πανελλήνιο διαγωνισμό για να γίνει η επιλογή του εκπροσώπου της χώρας), έναν διαγωνισμό κλασικού χορού με επιτροπή ονόματα θρύλους του κλασικού χορού, όπου κατατάχθηκα στους 10 καλύτερους χορευτές της Ευρώπης για τη συγκεκριμένη χρονιά. Εκεί, είχα την τύχη να γνωρίσω τη Μάγια Πλισέτσκαγια, η οποία ήταν επίτιμο μέλος. Μου είχε χαρίσει ένα μαντήλι που το κρατάω μέχρι σήμερα σαν φυλαχτό. Μετά από έναν διαγωνισμό στη Λωζάνη, λοιπόν, όπου υπήρχαν «κυνηγοί ταλέντων», μου προτάθηκαν υποτροφίες από διάφορες ακαδημίες του εξωτερικού.
Είχα προτάσεις για το American Ballet Academy, το Rosella Hightower στις Κάννες, τη Vienna Opera Academy και την Ακαδημία Μονάχου. Εγώ ήθελα να πάω στην Αμερική, αλλά τελικά πήγα στο Μόναχο. Ήταν πάρα πολύ δύσκολο το πρόγραμμα για να μπορέσω να συνδυάσω το ελληνικό σχολείο στη Νέα Υόρκη με την Ακαδημία. Στο Μόναχο ήταν πιο εύκολο.
Στα 15 λοιπόν μετακομίζεις στο Μόναχο. Μόνη σου;
Με τη μαμά μου. Εκεί τελείωσα το Λύκειο.
Πώς αισθάνθηκες με αυτήν την αλλαγή;
Χάρηκα, γιατί ήταν κάτι που ήθελα. Αλλά η Γερμανία δεν ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία μου. Το κρύο, το χιόνι… Θυμάμαι να ξυπνάω και να μην μπορώ να περπατήσω από το χιόνι. Είναι μια χώρα που δεν θα ζούσα ποτέ μόνιμα. Η Ιταλία αντίθετα είναι σπίτι μου. Νιώθω πολύ πιο οικεία εκεί από οπουδήποτε αλλού.
Έχεις ζήσει στην Ιταλία;
Ναι, τα τελευταία 8 χρόνια είμαι στην Arena di Verona. Και μένω και πηγαινοέρχομαι, ανάλογα με τις παραγωγές.
Πώς προέκυψε αυτή η ευκαιρία στην Ιταλία;
Το 2017 είχα δώσει οντισιόν στην ομάδα της Verona, γιατί ήθελα να φύγω από την Ελλάδα και με πήραν. Μετά όμως έκλεισαν πολλές ομάδες λόγω οικονομικών προβλημάτων της χώρας. Στην Arena, κάποια στιγμή τραυματίστηκε η Ιταλίδα πρώτη χορεύτρια που ήταν μόνιμη εκεί τα προηγούμενα χρόνια, και ήμουν πρώτη στη λίστα από την οντισιόν. Με κάλεσαν ξαφνικά και μέσα σε μία εβδομάδα είχα φύγει. Ανέβηκα στη σκηνή χωρίς πρόβα, μπροστά σε 18.000 κόσμο. Και από εκεί ξεκίνησε μια συνεργασία 9 ετών.

Υπάρχει κάποιος στην οικογένειά σου που να έχει σχέση με την τέχνη;
Όχι. Μόνο στη μαμά μου άρεσε η κλασική μουσική και έβαζε συνέχεια στο σπίτι.
Πώς γεννήθηκε τότε αυτή η μεγάλη σου αγάπη για το μπαλέτο;
Η μαμά μου με έβλεπε να χορεύω όταν έβαζε μουσική και έτσι με έγραψε σε μία σχολή χορού. Ήμουν τυχερή, γιατί βρήκα από νωρίς αυτό που αγαπούσα, αν σκεφτείς ότι άλλα παιδάκια πηγαίνουν σε διάφορες δραστηριότητες και δεν αποφασίζουν αμέσως τι θέλουν.
Τι σου αρέσει περισσότερο στο μπαλέτο;
Η απόλυτη έκφραση που μπορεί να έχει κάποιος πάνω στη σκηνή. Πιστεύω ότι όταν ο καλλιτέχνης παραδίδεται στη σκηνή και βγάζει κάτι αληθινό, γίνεται μοναδικός.
Και τι δεν σου αρέσει;
Δεν μου αρέσει που το μπαλέτο ακόμα θεωρείται ταμπού, που θεωρείται μια τέχνη, η οποία δεν μπορεί να δημιουργήσει σύνδεση. Ο κόσμος το βλέπει ως κάτι απόμακρο, ενώ στην Ιταλία, για παράδειγμα, υπάρχουν πολλά τηλεοπτικά shows με μπαλέτο – η ίδια η τηλεόραση το προωθεί και εκπαιδεύει το κοινό στο τι είναι μπαλέτο.
Επιπλέον, εξακολουθεί να υπάρχει η λανθασμένη αντίληψη ότι το μπαλέτο δεν είναι για άντρες. Στην πραγματικότητα, χωρίς τους άντρες χορευτές δεν μπορείς να αφηγηθείς μια ιστορία στη σκηνή.
Θεωρείς ότι το μπαλέτο είναι παραγκωνισμένο στην Ελλάδα;
Ναι. Πιστεύω ότι έχουμε σε δεύτερη μοίρα όλες τις τέχνες. Δεν τους δίνουμε την αξία που πρέπει. Κατ’ εμέ, θα έπρεπε η τέχνη και η ιστορία της να διδάσκεται στα σχολεία από μικρές τάξεις.
Η καθημερινότητα μιας prima ballerina, η σχέση με το σώμα & το νέο βήμα
Πώς είναι μια καθημερινή σου μέρα;
Ξυπνάω γύρω στις 7. Πηγαίνω για μάθημα και πρόβα. Όταν ετοιμάζομαι για παράσταση, έχω πρόβες μέχρι αργά το απόγευμα. Επίσης, κάνω πιλάτες με τον κολλητό μου που ήταν χορευτής. Μετά γυρίζω σπίτι, μαγειρεύω- αλλά όχι απαραίτητα καθημερινά-, είμαι πολύ σπιτόγατα. Παράλληλα, αυτήν την περίοδο σχεδιάζω. Τον Σεπτέμβριο θα κυκλοφορήσω τη δική μου σειρά με κορμάκια, ένα project που δουλεύω 2 χρόνια.
Τι ωραία! Θα είναι κορμάκια μπαλέτου ή και για την καθημερινότητα;
Και τα δύο! Το σίγουρο είναι ότι θα είναι μίνιμαλ κορμάκια. Θέλω να εκφράσω αυτό που είμαι εγώ. Γι’ αυτό θέλω να είναι θηλυκά και απλά.
Πώς προέκυψε η ιδέα;
Ήθελα να κάνω και κάτι άλλο, που να είναι όμως δημιουργικό.
Ελεάνα, η σχέση με το σώμα σου, ποια είναι;
Πλέον είναι καλή. Όταν ήμουν μικρή είχα ανασφάλεια. Δεν έτρωγα και ένιωθα ότι πάχαινα. Τώρα δεν είναι κάτι το οποίο με αγχώνει. Τρώω απ’ όλα. Και γλυκό θα φάω και τα πάντα. Απλώς μεγαλώνοντας προσέχω πολύ τι βάζω μέσα στο σώμα μου. Γιατί αυτό που βάζεις μέσα στο σώμα σου βγαίνει προς τα έξω. Το να περιποιείσαι τον εαυτό σου μόνο εξωτερικά δεν έχει σημασία αν δεν τον περιποιείσαι εσωτερικά.

Υπάρχει απ’ τον χώρο σου πίεση όμως για την εξωτερική εμφάνιση;
Εννοείται! Θυμάμαι δασκάλους να λένε σε παιδιά «πάχυνες», κάτι που δεν είναι ωραίο να ειπώνεται. Είμαι υπέρ τού να μιλά ο δάσκαλος στον γονιό για αυτά τα θέματα. Ευτυχώς, πλέον παντού θέλουν πολύ υγιή σώματα – αλλά πάντα καλαίσθητα.
Τι εννοούμε καλαισθησία στο μπαλέτο;
Καλαισθησία δεν σημαίνει ότι πρέπει να είσαι πάρα πολύ αδύνατος, εκτός αν αυτό είναι το καλούπι σου. Από την άλλη, δεν σημαίνει ότι αφήνω και τον εαυτό μου ελεύθερο και παχαίνω.
Ο χορευτής πρέπει να έχει σώμα σωστό, υγιές, αρμονικό, δυνατό. Γιατί όταν ανεβαίνεις στη σκηνή, συν δύο κιλά τα έχεις πάνω σου. Γιατί αυτό είναι η σκηνή. Η σκηνή παχαίνει. Δεν σε αδυνατίζει.
Τη σκηνή τη φοβήθηκες ποτέ;
Ποτέ!
Ως παιδί ντρεπόμουν ακόμα και να απαντήσω σε κάποιον που ρωτούσε το όνομά μου, αλλά πάνω στη σκηνή όλα – ως διά μαγείας- εξαφανίζονταν.
Αλήθεια, κάνεις κάποια προετοιμασία πριν βγεις στη σκηνή; Έχεις κάποιο ritual;
Κάνω τον σταυρό μου και την προσευχή μου. Επίσης, οι καλλιτέχνες έχουμε τη συνήθεια να χτυπάμε το πάτωμα, σαν καλή τύχη.
Οι βαθμίδες στο μπαλέτο, η δύναμη της σκηνής & ο ανταγωνισμός
Πάμε στις βαθμίδες. Εσύ είσαι διεθνής πρίμα μπαλαρίνα. Πώς φτάνει όμως μια χορεύτρια σε αυτό το level;
Η χαμηλότερη βαθμίδα είναι το corps de ballet, ακολουθούν οι κορυφαίοι, πάνω από αυτούς είναι οι σολίστ και πάνω από τους σολίστ είναι οι primi. Δεν θα γίνουν όλοι ούτε σολίστ, ούτε κορυφαίοι, ούτε primi. Και δεν είναι μόνο η τεχνική που θα κάνει πρώτο έναν χορευτή. Παίζει ρόλο και η ερμηνεία, το πόσο μπορεί να μπει σε έναν ρόλο.

Πόσα χρόνια σου πήρε να γίνεις prima ballerina;
Περίπου 4 χρόνια. Άρχισα να παίρνω πρώτους ρόλους, με δοκίμαζαν συνέχεια, οπότε ανέβηκα στην αρχή κορυφαία, μετά σολίστ, και μετά έγινα πρώτη.
Έχεις κάποια prima ballerina ως πρότυπο;
Εννοείται! Πρότυπό μου είναι η Μάγια Πλιτσέσκαγια, με την οποία έχω κάνει προσωπικές πρόβες. Είναι σαν να λέμε… να κάνει ο Μαραντόνα μαθήματα ποδοσφαίρου σε ένα παιδί. Από τις χορεύτριες που είναι τώρα εν ενεργεία θεωρώ υπέροχη τη Marianela Nunez. Έχει μια ανθρωπιά, τα κάνει όλα τόσο αβίαστα. Και πάντοτε μου άρεσε η Sylvie Guillem.
Ποια είναι για εσένα η κορυφαία σου στιγμή πάνω στη σκηνή;
Ξεχωρίζω την εμφάνισή μου στην Arena di Verona, όπου χόρευα πρώτο ρόλο μπροστά σε 18.000 θεατές. Έχω κι άλλες δύο αγαπημένες στιγμές όμως. Δεν θα ξεχάσω – πάλι στην Arena di Verona – που ανεβάσαμε τον Ζορμπά, και υποδύθηκα τη Μαρίνα, τον ρόλο που είχε υποδυθεί η Ειρήνη Παππά στην ομώνυμη ταινία με τον Άντονι Κουίν. Ήταν πολύ ιδιαίτερο να εξηγώ στους Ιταλούς συναδέλφους τα ελληνικά λόγια και να βλέπω την αντίδρασή τους. Τότε, αισθάνθηκα πολύ περήφανη για την Ελλάδα, την ελληνική μουσική και την ιστορία μας.
Η τρίτη στιγμή που πάντα αναπολώ ήταν στο Ηρώδειο πρόπερσι, που ανεβάσαμε τον Ζορμπά, με μπαλέτο του εξωτερικού, και εκεί υποδύθηκα πάλι τη Μαρίνα. Θυμάμαι ότι είχα μια μικρή αγωνία και ότι το πρώτο πράγμα που έκανα, με το που βγήκα στη σκηνή, ήταν να κοιτάξω πάνω, την Ακρόπολη. Σκέφτηκα τον Μίκη Θεοδωράκη τον οποίο είχα γνωρίσει, άκουγα την ορχήστρα από κάτω, χτυπούσε η καρδιά μου δυνατά, και ήταν μία μοναδική στιγμή. Όταν ήρθε το φινάλε, ο κόσμος χειροκροτούσε και ζητούσε να κάνουμε μπιζ, δηλαδή να ξαναπαίξουμε την τελευταία σκηνή. Πρέπει να κάναμε 9 μπιζ. Ήταν κάτι για το οποίο θα είμαι πολύ υπερήφανη ως Ελληνίδα.

Λάθη πάνω στη σκηνή γίνονται φαντάζομαι…
Φυσικά! Σημασία έχει πόσο επαγγελματίας είναι κάποιος για να το σώσει. Εγώ θυμάμαι ότι είχα γλιστρήσει, γιατί ειχε βραχεί το πάτωμα σε κάποιο σημείο, όταν έκανα το ντεμπούτο μου στον Καρυοθραύστη πριν χρόνια. Ανεβαίνω στη σκηνή, κάνω πολύ άνετα ένα σχετικά δύσκολο βήμα και λέω από μέσα μου «α, πήγε πολύ καλά». Και ξαφνικά… βρίσκομαι στο πάτωμα, σε ένα θέατρο γεμάτο. Πετάχτηκα πολύ γρήγορα. Και μετά, ένας από τους πιο γνωστούς κριτικούς, ο κος Ρικάκης, είχε γράψει στην «Καθημερινή» πολύ όμορφα λόγια για εμένα. Είχε πει ότι «το ατύχημα παραβλέπεται και διαγράφεται λόγω της λαμπρής πορείας». Ήταν πολύ γλυκό και όμορφο. Θέλω να πω με αυτό ότι έχει σημασία το πώς θα αντιμετωπίσεις το μετά. Άλλωστε, ένας άνθρωπος που θέλει να πει το καλό, θα το πει. Ένας που δεν θέλει να δει το καλό, πάντα θα βρίσκει αρνητικά. Οπότε, βάζω παρωπίδες. Έχω την εμπειρία πια και μπορώ να καταλάβω τον σκοπό κάθε ανθρώπου.
Παλιότερα την είχες πατήσει με τους ανθρώπους δηλαδή;
Υπήρξα εύπιστη, καλοπροαίρετη και απονήρευτη. Μετά από διάφορα γεγονότα, άρχισα να φιλτράρω τους ανθρώπους. Γι’ αυτό πιστεύω ότι έχει πάρα πολύ μεγάλη σημασία να στηρίζεσαι τα πόδια σου. Και ό,τι έχεις κάνει, να το έχεις κάνει μέσω της δουλειάς σου. Γιατί εκεί έχεις και την πυγμή να απαντήσεις. Γιατί ξέρεις πολύ καλά τι έχεις κάνει και πόσο έχεις δουλέψει.

Ανταγωνισμό έχεις βιώσει στην πορεία σου;
Εννοείται. Και, μάλιστα, σε όλες τις ηλικίες.
Όταν ήσουν πιο μικρή, πώς το διαχειριζόσουν;
Ήμουν τόσο αφοσιωμένη στη δουλειά, που δεν με ένοιαζε τίποτα. Με ενδιέφερε εγώ να γίνομαι καλύτερη, όχι τι κάνουν οι υπόλοιποι.
Προηγουμένως μου είπες ότι πολλά Σαββατοκύριακα έκανες μπαλέτο όταν ήσουν παιδί, και σκέφτομαι… Έχει μοναξιά η διαδρομή μιας μπαλαρίνας;
Ναι βέβαια! Έχει μοναξιά, αλλά είναι μια μοναξιά που την επιλέγεις και τη μετατρέπεις σε μοναχικότητα. Όταν κάποιος ασχολείται με την τέχνη και προκειμένου να δημιουργήσει κάτι δεν μπορεί να είναι μέσα σε όλα. Από κάπου πρέπει να μαζέψει δύναμη, για να εμπνευστεί και να δημιουργήσει.
Εγώ δεν μετάνιωσα ποτέ που ήμουν τόσο αφοσιωμένη, γιατί έχω κερδίσει πολλά πράγματα από αυτό. Δεν λέω ότι δεν έχω χάσει. Αλλά ήταν επιλογή μου.
Ημερομηνία λήξης έχει η καριέρα μιας μπαλαρίνας;
Στον κάθε άνθρωπο είναι διαφορετικό – κυρίως λόγω τραυματισμών. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, οι χορευτές βγαίνουν στη σύνταξη στα 42, αλλού στα 45 ή στα 47. Και εδώ γύρω στα 45 ήταν, μέχρι που άλλαξε ο νόμος και ανέβηκε υπερβολικά το όριο. Αλλά υπάρχουν έργα τα οποία μπορείς να κάνεις σε μεγαλύτερη ηλικία, γιατί είναι πιο ερμηνευτικά, και άλλα που είναι πιο τεχνικά και θέλουν δύναμη και αντοχή, άρα και πιο νέους καλλιτέχνες.

Κλείνοντας, αν είχες τώρα μπροστά σου τη μικρή Ελεάνα, τι θα της έλεγες σήμερα;
Θα της έλεγα ότι είμαι περήφανη για τον δρόμο που ακολούθησε και για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε πολλά πράγματα. Ότι είναι πολύ δυνατή και ότι έχει ωριμάσει περισσότερο από ό,τι χρειάζεται για την ηλικία της – αλλά αναγκαστικά ωριμάζεις μέσω της δουλειάς. Και, τέλος, θα της έλεγα ότι εύχομαι, εάν κάποια στιγμή κάνει παιδιά, να μπορέσει να τους διδάξει τον τρόπο με τον οποίο η ίδια αντιμετώπισε κάποιες καταστάσεις, ώστε κι εκείνα να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις της ζωής ακόμα καλύτερα.
