Ένα παιδί δεν μπορεί να περιμένει τη Δικαιοσύνη

Ένα παιδί δεν μπορεί να περιμένει τη Δικαιοσύνη
cottonbro studio/pexels


Δεν γράφω ως ειδικός, αλλά ως παρατηρητής ενός ζητήματος που δύσκολα αφήνει αδιάφορο όποιον προσπαθήσει να το δει από την πλευρά ενός παιδιού. Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό ορισμένα ερωτήματα μοιάζουν περισσότερο με κοινή λογική παρά με νομική θεωρία.

Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε συναντήσει έναν άνθρωπο που έχει χωρίσει και βρέθηκε αντιμέτωπος με μια δικαστική διαμάχη, ενώ όλοι έχουμε ακούσει μια ιστορία για διατροφές, επιμέλειες, επικοινωνία, αναβολές και αποφάσεις.

Πίσω όμως από κάθε τέτοια υπόθεση υπάρχει ένα παιδί, του οποίου η ζωή επηρεάζεται άμεσα και το οποίο συνεχίζει να μεγαλώνει, ενώ οι γονείς του προσπαθούν να λύσουν τη μεταξύ τους σύγκρουση. Ένα μεγάλο μέρος των αναγκών του καλείται να μεταφραστεί σε ένα χρηματικό ποσό που ονομάζεται διατροφή.

Τα άρθρα 1489 και 1493 του Αστικού Κώδικα προβλέπουν ότι οι γονείς συμμετέχουν στη διατροφή ανάλογα με τις οικονομικές τους δυνάμεις και ότι το μέτρο της προσδιορίζεται από τις ανάγκες του τέκνου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες ζωής του.

Κανένα ποσό, όμως, δεν είναι από μόνο του πολύ ή λίγο. Η ουσία είναι τι χρειάζεται το συγκεκριμένο παιδί, με βάση τις συνθήκες στις οποίες έχει μάθει να ζει, και ποιες είναι οι πραγματικές οικονομικές δυνατότητες των γονέων.

Γιατί η ζωή ενός παιδιού δεν ξεκινά από το μηδέν την ημέρα που χωρίζουν οι γονείς του. Εκείνοι δημιούργησαν τις συνθήκες μέσα στις οποίες μεγάλωσε. Δεν επέλεξε το σχολείο του, το σπίτι του ή το επίπεδο ζωής του.

Και εδώ προκύπτει ένα κρίσιμο ζήτημα: αν οι συνθήκες ζωής αποτελούν κριτήριο για τον προσδιορισμό της διατροφής, πόσο βαθιά μπορεί —και πρέπει— να κοιτάζει το δικαστήριο για να διαπιστώσει τις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες των γονέων;

Το δηλωμένο εισόδημα είναι ένα στοιχείο. Ας μην κρυβόμαστε, όμως: δεν είναι κατ’ ανάγκην ολόκληρη η οικονομική εικόνα ενός ανθρώπου. Αν υπάρχει εμφανής απόκλιση ανάμεσα στο δηλωμένο εισόδημα και στην καθημερινότητα που μέχρι τότε χρηματοδοτούνταν, η διαφορά αυτή χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.

Κορίτσι
cottonbro studio/pexels

Πώς καλύπτονταν μέχρι τον χωρισμό αυτές οι δαπάνες και τι άλλαξε μετά από αυτόν;

Γιατί ένας νόμος που απαιτεί εξατομικευμένη κρίση δεν μπορεί να εφαρμόζεται με γενικούς κανόνες και τυποποιημένες παραδοχές.

Όταν η δικαστική κρίση απομακρύνεται από την πραγματικότητα μιας οικογένειας, το κόστος το πληρώνει κυρίως το παιδί.

Και μην ξεχνάμε τον χρόνο μέχρι να κριθούν όλα αυτά. Γιατί μπορεί σε μια δικαστική διαδικασία να μετριέται σε δικάσιμους, αναβολές και αποφάσεις, για ένα παιδί όμως μεταφράζεται σε χρόνια από την παιδική του ηλικία.

Αυτή είναι μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της οικογενειακής δικαιοσύνης: καλείται να αποφασίσει για μια πραγματικότητα που δεν μένει ποτέ ακίνητη. Όσο η υπόθεση των γονέων του εκκρεμεί, εκείνο μεγαλώνει. Οι ανάγκες και τα έξοδά του αλλάζουν. Προκύπτουν ιατρικά και εκπαιδευτικά ζητήματα, δραστηριότητες, φίλοι, κοινωνική ζωή.

Όλα αυτά δεν είναι λεπτομέρειες γύρω από τη ζωή του. Είναι η ίδια του η ζωή.

Μπορεί η ελληνική έννομη τάξη να προβλέπει προσωρινή δικαστική προστασία, όμως μέχρι τη συζήτηση των ασφαλιστικών μέτρων και, στη συνέχεια, μέχρι την κύρια υπόθεση μεσολαβεί χρόνος.

Και τότε γεννιέται ένα ακόμη ερώτημα:

Ποιος χρηματοδοτεί αυτόν τον χρόνο της Δικαιοσύνης;

Sora Shimazaki/pexels

Γιατί όσο διαρκεί αυτή η εκκρεμότητα, κάποιος καλείται να καλύπτει τη διαφορά ανάμεσα σε αυτό που προβλέπει μια προσωρινή ρύθμιση και σε αυτό που απαιτεί η πραγματική ζωή. Τι γίνεται όταν προκύψει ένα έκτακτο έξοδο; Ποιος το αναλαμβάνει και σε ποια αναλογία, εφόσον οι οικονομικές δυνατότητες των γονέων διαφέρουν σημαντικά;

Αν αυτό δεν έχει προβλεφθεί με σαφήνεια, μπορεί κάλλιστα να γίνει αφορμή για την επόμενη σύγκρουση. Ο ένας λέει «δεν μπορώ να το καλύψω». Ο άλλος απαντά «σου δίνω διατροφή».

Υπάρχει, βέβαια, η δυνατότητα μεταρρύθμισης της δικαστικής απόφασης, υπό προϋποθέσεις, όταν αλλάζουν οι συνθήκες, όπως προβλέπει το άρθρο 1494 του Αστικού Κώδικα για τις αποφάσεις διατροφής. Αυτό όμως συνεπάγεται νέα δικαστική διαδικασία – άρα επιπλέον χρόνο και κόστος.

Πέρα όμως από τη διατροφή και τις δικαστικές εκκρεμότητες, τίθεται και το ζήτημα της κατανομής του χρόνου ανάμεσα στους γονείς.

Με τον ν. 4800/2021, βασικές διατάξεις του οποίου τέθηκαν σε ισχύ στις 16 Σεπτέμβριου 2021, άλλαξε σημαντικά το νομικό πλαίσιο των σχέσεων γονέων και τέκνων μετά τον χωρισμό. Ενισχύθηκε θεσμικά η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας, ενώ στο άρθρο 1520 του Αστικού Κώδικα προβλέφθηκε τεκμήριο του ενός τρίτου του συνολικού χρόνου για τη φυσική επικοινωνία του παιδιού με τον γονέα με τον οποίο δεν διαμένει.

Ο ίδιος ο νόμος, όμως, θέτει μια κρίσιμη προϋπόθεση: η ρύθμιση του χρόνου δεν πρέπει να διαταράσσει την καθημερινότητα του παιδιού.

Πώς, όμως, δεν διαταράσσεται όταν πρέπει να μοιράζεται ανάμεσα σε δύο σπίτια;

Η ενεργός παρουσία και των δύο γονέων είναι αναμφισβήτητα σημαντική. Άλλο, όμως, η ισότιμη συμμετοχή και των δύο στη ζωή του παιδιού και άλλο η μηχανική μοιρασιά μιας παιδικής καθημερινότητας.

Ένα παιδί δεν μετακινεί απλώς τον χρόνο του από το ένα σπίτι στο άλλο. Μετακινεί τη ζωή του.

Σχολείο, δραστηριότητες, διάβασμα συνεχίζονται — τώρα, όμως, ανάμεσα σε δύο σπίτια. Και ακόμη κι αν η απόσταση ανάμεσά τους είναι μικρή και οι γονείς μπορούν να συνεννοηθούν για όλα τα μικρά πράγματα που απαρτίζουν αυτή την καθημερινότητα, η συνεχής εναλλαγή δεν παύει να είναι μια πρακτική απαίτηση που καλείται να διαχειριστεί το ίδιο το παιδί.

Και τελικά αναρωτιέμαι:

Η συγκεκριμένη ρύθμιση προσαρμόζεται στη ζωή του παιδιού ή καλείται το παιδί να προσαρμοστεί στη ρύθμιση;

Το ζητούμενο δεν μπορεί να είναι η αριθμητικά δικαιότερη κατανομή του χρόνου ανάμεσα στους γονείς, αλλά μια ρύθμιση που υπηρετεί καλύτερα τις ανάγκες του παιδιού.

Και ακριβώς επειδή η απάντηση αφορά το ίδιο, δεν πρέπει να απουσιάζει η φωνή του.

Το άρθρο 1511 του Αστικού Κώδικα θέτει ως κριτήριο το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου και προβλέπει ότι, ανάλογα με την ωριμότητά του, η γνώμη του πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται.

Η γνώμη του δεν δεσμεύει το δικαστήριο — και ορθώς, γιατί ένα παιδί δεν πρέπει να μετατρέπεται στον άνθρωπο που καλείται να επιλέξει ανάμεσα στους γονείς του.

Αλλά τι σημαίνει πραγματικά «συνεκτιμώ» τη γνώμη ενός παιδιού;

Γιατί το να ακούς ένα παιδί δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το καταλαβαίνεις.

Μπορεί να φοβάται, να αισθάνεται ενοχές ή να δυσκολεύεται να περιγράψει μια κατάσταση που το πιέζει. Μπορεί όμως η θέση του να είναι σαφής και συνειδητή. Το δικαστήριο οφείλει να διακρίνει τη μία περίπτωση από την άλλη.

Και όταν πρέπει να καθοριστεί πού και πώς θα ζει ένα παιδί, πόσο χρόνο θα περνά με κάθε γονέα και πώς θα οργανώνεται η καθημερινότητά του, θα έπρεπε η αξιολόγηση της γνώμης του να υποστηρίζεται από κατάλληλα καταρτισμένο και ανεξάρτητο ειδικό.

Όχι για να αποφασίζει αντί του δικαστηρίου, αλλά για να συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση όσων λέει — και όσων ενδεχομένως δυσκολεύεται να πει — το παιδί.

Και εδώ βρίσκεται το ερώτημα που θα έπρεπε να προηγείται όλων των άλλων:

Έχουμε ποτέ αναρωτηθεί τι σημαίνει όλη αυτή η κατάσταση για την ψυχολογία ενός παιδιού;

Τι σημαίνει να μεγαλώνει για μήνες ή χρόνια μέσα σε μια εκκρεμότητα που δεν δημιούργησε το ίδιο, να αντιλαμβάνεται την ένταση ανάμεσα στους γονείς του και, ανάλογα με την ηλικία του, να προσπαθεί να καταλάβει, να εκφράσει και να διαχειριστεί όσα συμβαίνουν γύρω του;

Ευρήματα επιστημονικών ερευνών είναι δύσκολο να αγνοηθούν. Το 2020, μετα-ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο Psychological Bulletin της American Psychological Association συγκέντρωσε 169 μελέτες για τις δυσκολίες προσαρμογής των παιδιών και 61 επιπλέον μελέτες για τις αντιδράσεις τους στη γονεϊκή σύγκρουση. Καταγράφηκαν συσχετίσεις ανάμεσα σε διαφορετικές μορφές γονεϊκής σύγκρουσης και δυσκολίες στην ψυχολογική τους προσαρμογή. Την ίδια χρονιά, μετα-ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο Clinical Psychology Review εξέτασε 115 δείγματα —συνολικά 24.854 διαζευγμένες οικογένειες— και κατέγραψε τη σχέση της γονεϊκής σύγκρουσης και της γονεϊκής συμπεριφοράς με την ψυχοκοινωνική προσαρμογή των παιδιών.

Πρέπει όλοι μας να συνειδητοποιήσουμε ότι πίσω από αυτούς τους αριθμούς βρίσκονται παιδιά στα οποία αυτή η ένταση μπορεί να δημιουργεί αβεβαιότητα και, κάποιες φορές, την αίσθηση ότι πρέπει να προστατεύσουν τον έναν γονέα, να θυμώσουν με τον άλλον ή ακόμη και να επιλέξουν πλευρά.

Το κόστος αυτό είναι μεγάλο και, δυστυχώς, δεν μένει μόνο στην αίθουσα του δικαστηρίου. Τα ακολουθεί στο σπίτι, στο σχολείο, στις σχέσεις τους και στον τρόπο με τον οποίο βιώνουν την ασφάλεια γύρω τους.

Και εδώ χρειάζεται μια ουσιαστική διάκριση. Το πρόβλημα δεν είναι ο χωρισμός αυτός καθαυτός. Η προστασία ενός παιδιού δεν σημαίνει ότι δύο άνθρωποι πρέπει να παραμένουν μαζί με κάθε κόστος. Σημαίνει ότι το παιδί δεν πρέπει να καλείται να αντιμετωπίσει τη σύγκρουση των γονέων του ως δικό του βάρος.

Κάποια στιγμή πρέπει να αναρωτηθούμε όχι μόνο τι δικαιούμαστε, τι διεκδικούμε ή τι μπορούμε να κερδίσουμε σε μια δικαστική διαμάχη, αλλά τι από όλα αυτά καλείται να αντιμετωπίσει το παιδί.

Η οικογενειακή δικαιοσύνη δεν υπάρχει για να μοιράζει τη νίκη και την ήττα ανάμεσα στους γονείς, αλλά για να προστατεύει τα παιδιά.

Για έναν ενήλικα, δύο χρόνια μπορεί να είναι ο χρόνος μιας δικαστικής εκκρεμότητας. Για ένα παιδί, είναι δύο χρόνια από την παιδική του ηλικία και, δυστυχώς, δεν μπορεί να ζητήσει αναβολή από το μεγάλωμά του.