Η εφηβεία στη σκιά ενός αφιλτράριστου κόσμου
Σε μια πρόσφατη κουβέντα με τη φίλη μου την Πέγκυ, πιάσαμε ένα θέμα που καίει κάθε γονιό σήμερα —τουλάχιστον κάθε γονιό που επιλέγει να είναι πραγματικά παρών στο μεγάλωμα του παιδιού του: γιατί η εφηβεία των παιδιών μας είναι τόσο έντονη, τόσο σχεδόν ηλεκτρισμένη; Ψάχνοντας τις απαντήσεις, αναγκαστικά γυρίσαμε τον χρόνο πίσω, στη δική μας εφηβεία.
Όσοι γεννηθήκαμε στη δεκαετία του ’70 και στις αρχές του ’80, μεγαλώσαμε σε ένα περιβάλλον που σήμερα φαντάζει σχεδόν εξωτικό. Ήταν ένας κόσμος προστατευμένος, όχι απαραίτητα από πρόθεση, αλλά από τις συνθήκες. Ζούσαμε στη φούσκα του κοινωνικού και οικονομικού μας περίγυρου. Δεν υπήρχαν social media, η ιδιωτική τηλεόραση εμφανίστηκε πάνω που μπαίναμε ή βγαίναμε από την εφηβεία, και η ροή της πληροφορίας ήταν ελεγχόμενη.
Δεν ξέραμε τι συμβαίνει στην άλλη άκρη του πλανήτη. Δεν είχαμε εικόνα για τα παιδιά στην Ουγκάντα που πεθαίνουν από την πείνα, αλλά ούτε και για το άλλο άκρο: ότι υπάρχουν άνθρωποι που ζουν σε ρετιρέ εκατομμυρίων στη Νέα Υόρκη και μετακινούνται καθημερινά με ιδιωτικά τζετ και ελικόπτερα. Αυτή η άγνοια, με τα καλά και τα κακά της, μας επέτρεπε να αναπτυχθούμε ομαλά μέσα στα δικά μας, στενά κυβικά.

Σήμερα, η φούσκα έχει σπάσει οριστικά. Τα παιδιά μας μεγαλώνουν έχοντας όλη την πληροφορία του κόσμου στο δαχτυλάκι τους, με το πάτημα ενός κουμπιού.
Αυτό τους δίνει μια τεράστια γνώση, αλλά είναι μια γνώση διφορούμενη, μια γνώση που συχνά δεν μπορούν να διαχειριστούν. Και δεν μπορούν, όχι γιατί τους λείπει η εξυπνάδα, αλλά γιατί η βιολογία έχει τους δικούς της κανόνες: κάθε πράγμα στον καιρό του. Υπάρχει μια συγκεκριμένη συναισθηματική ωριμότητα που απαιτείται για να επεξεργαστείς τη σκληρότητα, την υπερβολή, αλλά και την τεράστια υποκρισία αυτού του κόσμου.
Ένας έφηβος σήμερα καλείται να χωρέσει στο μυαλό του ταυτόχρονα την απόλυτη εξαθλίωση της Αφρικής και τον εξωφρενικό, προκλητικό πλούτο του Instagram. Ακόμα κι αν ένα παιδί δεν κάθεται να αναλύσει με τη λογική του εκείνη τη στιγμή όσα βλέπει, η εικόνα καταγράφεται. Είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα, αποθηκεύεται στο πίσω μέρος του μυαλού του και το επηρεάζει βαθύτατα.
Και πώς να μην μπερδευτεί ένα παιδί όταν ζούμε σε έναν κόσμο και σε μια κοινωνία βαθιά υποκριτική; Είναι ακριβώς αυτό το οξύμωρο που θίχτηκε πρόσφατα και στην Ευρωβουλή από την ευρωβουλευτή Ελεονώρα Μελέτη, όπου από τη μια πλευρά δηλώνουμε ως πολιτισμένος κόσμος κάθετα εναντίον στην εργασία των ανηλίκων, αλλά την ίδια στιγμή προμοτάρουμε με τεράστια περηφάνια και θαυμασμό εξάχρονα παιδιά που βγάζουν χιλιάδες ευρώ στα social media διαφημίζοντας καλλυντικά και παιχνίδια.
Τα παιδιά μας βλέπουν αυτήν τη διπλή γλώσσα. Βλέπουν ότι η παιδική ηλικία έχει γίνει προϊόν προς πώληση.
Και την ίδια στιγμή που το μυαλό τους βομβαρδίζεται από αυτές τις ακραίες αντιθέσεις και την κοινωνική υποκρισία, επιστρέφουν στην πραγματικότητα του σπιτιού τους. Εκεί όπου, στην πλειοψηφία των οικογενειών, βιώνουν καθημερινά το βουβό άγχος των γονιών τους. Βλέπουν και ακούουν ότι τα πάντα γύρω μας έχουν ακριβύνει τρομακτικά, ενώ οι μισθοί έχουν μείνει απελπιστικά στάσιμοι. Καταλαβαίνουν ότι το να γεμίσει απλώς το οικογενειακό ψυγείο έχει γίνει πλέον άθλος.
Το παιδί, λοιπόν, βρίσκεται εγκλωβισμένο σε μια οδυνηρή εξίσωση. Από τη μία καταγράφει μέσα του έναν κόσμο γεμάτο φανταχτερό πλούτο, εκμετάλλευση και ψεύτικα πρότυπα, κι από την άλλη αναρωτιέται με τρόμο: «Πώς θα τα βγάλω πέρα εγώ εκεί έξω;», βλέποντας πόσο δυσανάλογη είναι η επιβίωση σε σχέση με την πραγματικότητα που ζει στο σπίτι του.
Η ένταση της σημερινής εφηβείας δεν είναι απλώς ορμόνες. Είναι η κραυγή αγωνίας μιας γενιάς που φορτώθηκε την πληροφορία και την υποκρισία όλης της ανθρωπότητας, πριν προλάβει καλά-καλά να μάθει τον εαυτό της.