Όταν καθαρίζει το βλέμμα
Πιστεύω πως στους περισσότερους από εμάς έχει συμβεί, έστω μία φορά.
Υπάρχει μια στιγμή που έρχεται σχεδόν αθόρυβα.
Κοιτάζεις έναν άνθρωπο που κάποτε μπορούσε να σε αναστατώσει με μια του μόνο ματιά. Να σου αλλάξει ολόκληρη τη διάθεση της ημέρας με ένα μήνυμά του. Να ανυπομονείς να ακούσεις τη φωνή του, να νιώσεις το άγγιγμά του. Έναν άνθρωπο που περίμενες πώς και πώς να δεις, γιατί κάθε συνάντηση μαζί του έκρυβε έναν ενθουσιασμό που δεν μπορούσες να εξηγήσεις.
Και τότε, ξαφνικά, σχεδόν αυθόρμητα, γεννιέται μια σκέψη.
«Πώς γίνεται να με είχε κάνει αυτός ο άνθρωπος να νιώσω τόσο έντονα;».
Ίσως να άλλαξε εκείνος. Ίσως να άλλαξες εσύ. Ίσως και οι δύο.
Και αυτό είναι ίσως το πιο παράξενο.
Γιατί δεν αμφισβητείς μόνο εκείνον. Δεν αμφισβητείς μόνο τον εαυτό σου. Αμφισβητείς το ίδιο σου το συναίσθημα. Αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατόν ο ίδιος άνθρωπος, που κάποτε μπορούσε να σου προκαλέσει τόσα πολλά, σήμερα να μη σου προκαλεί… τίποτα.
Ίσως να μη χρειάζεται να υπάρχει μία μόνο εξήγηση.
Ίσως, απλώς, να έρχεται η στιγμή που είναι σαν να καθαρίζει το βλέμμα σου και να σου επιτρέπει να δεις τον άλλον χωρίς τον θόρυβο που δημιουργούσε η δύναμη της έλξης.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι όσα νιώσαμε ήταν ψεύτικα.
Ίσως χρειάζεται μόνο να αποδεχτούμε ότι ήταν αληθινά για εκείνη τη δεδομένη στιγμή της ζωής μας.
Ίσως να ήταν ένας από εκείνους τους έρωτες χωρίς προορισμό. Από εκείνους που δεν ήρθαν για να μείνουν, αλλά για να υπάρξουν για όσο κράτησε η στιγμή που τους γέννησε.
Και ίσως κάποιοι άνθρωποι να περνούν από τη ζωή μας μόνο και μόνο για να μας φανερώσουν μια πλευρά του εαυτού μας που δεν γνωρίζαμε ότι υπήρχε, και που χωρίς εκείνους ίσως να μην είχαμε γνωρίσει ποτέ.
Γιατί, πολλές φορές, αυτό που αφήνουν πίσω τους δεν είναι μόνο οι αναμνήσεις.
Είναι όσα ξύπνησαν μέσα μας πριν φύγουν..