Στον βωμό της ανασφάλειας

Στον βωμό της ανασφάλειας
Erke Rysdauletov/Unsplash


Όλο αυτό ξεκίνησε από μια κουβέντα με μια φίλη. Μιλούσαμε για το πόσοι άνθρωποι τελικά δεν απολαμβάνουμε πραγματικά τη ζωή, αλλά επιλέγουμε εκείνο που μας φαίνεται πιο ασφαλές. Όχι απαραίτητα το καλύτερο αλλά το γνώριμο. Αυτό που απαιτεί το μικρότερο ρίσκο.

Και κάπου εκεί αναρωτήθηκα πόσοι από εμάς παραμένουμε σε μια σχέση όχι επειδή είμαστε πραγματικά καλά μέσα σε αυτήν, αλλά επειδή φοβόμαστε περισσότερο αυτό που υπάρχει έξω από αυτήν.

Η ανασφάλεια δεν έχει μία μόνο μορφή. Μπορεί να είναι οικονομική, να είναι ο φόβος της μοναξιάς ή η αγωνία για το πώς θα τα καταφέρουμε μόνοι μας. Κάποιες φορές ίσως να είναι κάτι βαθύτερο: ότι, ύστερα από χρόνια κοινής ζωής, δεν ξέρουμε πια πώς είναι να πορευόμαστε χωρίς αυτόν τον άνθρωπο.

Το γνώριμο έχει τεράστια δύναμη. Ακόμη κι όταν δεν μας κάνει ευτυχισμένους. Ξέρουμε τους κανόνες του, τις σιωπές του, ακόμη και τις απογοητεύσεις του. Το άγνωστο, αντίθετα, δεν μας υπόσχεται τίποτα.

Κι έτσι μπορεί να μένουμε για χρόνια σε μια σχέση στην οποία δεν υπάρχει πια σωματική έλξη, ερωτισμός, λαχτάρα. Μπορεί να υπάρχει εκτίμηση και συντροφικότητα, μπορεί όμως να μην υπάρχει ούτε αυτό. Να κοιμόμαστε σε διαφορετικά δωμάτια, ίσως και να ζούμε δύο παράλληλες ζωές και, παρ’ όλα αυτά, να εξακολουθούμε να ονομάζουμε αυτό που μας ενώνει «σχέση».

ζευγάρι
SHVETS production/pexels

Μπορεί κάποια στιγμή να αισθανθούμε κάτι για κάποιον άλλον, χωρίς να κάνουμε απολύτως τίποτα γι’ αυτό. Και ίσως αυτό που μας ταράξει περισσότερο να μην είναι ο άλλος άνθρωπος, αλλά η ανακάλυψη ότι το κορμί μας μπορεί ακόμη να νιώσει.

Ιδίως εμείς οι γυναίκες, περνώντας στην κλιμακτήριο, μπορεί εύκολα να αποδώσουμε εκεί την απουσία ερωτικής διάθεσης. Κι ύστερα κάτι συμβαίνει και ανακαλύπτουμε ότι ίσως τελικά δεν είχε σβήσει κάτι μέσα μας· είχε σβήσει μέσα στη συγκεκριμένη σχέση.

Κάπως έτσι ο φόβος μεταμφιέζει τη βαθύτερη επιθυμία μας. Για να μπορέσουμε να υποστηρίξουμε μια επιλογή που φοβόμαστε να αλλάξουμε, πείθουμε τον εαυτό μας πως δεν θέλουμε πια αυτό που στην πραγματικότητα δεν τολμάμε να διεκδικήσουμε.

Όπως όμως κάθε νόμισμα έχει δύο πλευρές, έτσι και η ανασφάλεια δεν μας κρατά μόνο μέσα σε σχέσεις που έχουν τελειώσει. Μπορεί να κάνει και το ακριβώς αντίθετο: να μη μας αφήνει να μπούμε ποτέ πραγματικά σε μία.

Υπάρχουν άνθρωποι που αναλώνονται σε εφήμερες ιστορίες, σε σεξουαλικές επαφές χωρίς έρωτα, ίσως γιατί το να επιλέξουμε ουσιαστικά έναν άνθρωπο σημαίνει ότι παίρνουμε ένα ρίσκο. Εκτιθέμεθα, δεσμευόμαστε, αφήνουμε τον άλλον να γνωρίσει τις πληγές μας και καλούμαστε να αναλάβουμε την ευθύνη που απαιτεί μια ουσιαστική σχέση.

Κάπου εδώ έρχεται στο μυαλό μου ο Δημήτρης Καραγιάννης και το Έρωτας ή Τίποτα: «Η παραίτηση από το να είμαστε ερωτικοί, οδηγεί στην παραίτηση από την ίδια τη ζωή». Και η παραίτηση αυτή μπορεί να κρύβεται τόσο σε μια σχέση χωρίς επιθυμία όσο και σε αμέτρητες επαφές χωρίς πραγματικό έρωτα.

Γιατί το να χαραμίζουμε τη ζωή μας δεν σημαίνει μόνο ότι μένουμε κάπου δυστυχισμένοι. Και φυσικά δεν σημαίνει ότι μια καλή σχέση δεν απαιτεί υποχωρήσεις και συμβιβασμούς. Αυτά είναι αναπόσπαστο κομμάτι της συνύπαρξης. Άλλο όμως συμβιβάζομαι σε κάποια πράγματα για να συνυπάρξω και άλλο συμβιβάζομαι με μια ζωή που δεν με εκφράζει.

Γιατί αυτή η ζωή είναι μία. Δεν είναι πρόβα για κάτι που θα ακολουθήσει. Είναι η επίσημη πρεμιέρα. Δεν υπάρχει δεύτερη παράσταση για να διορθώσουμε όσα δεν τολμήσαμε στην πρώτη.

Και ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγαλύτερο τίμημα της ανασφάλειας: να περάσει η ζωή μας προσπαθώντας απλώς να μη ρισκάρουμε να τη ζήσουμε.