Όταν ο φόβος μεταμφιέζει το συναίσθημα
Υπάρχει μια πιθανότητα που δεν συζητάμε συχνά.
Η πιθανότητα να μην έφυγε κάποιος από μια σχέση επειδή δεν ένιωσε, αλλά επειδή ένιωσε περισσότερα απ’ όσο πίστευε ότι μπορούσε να αντέξει.
Δεν συμβαίνει πάντα. Ούτε σε όλους. Υπάρχουν σχέσεις που απλώς δεν προχωρούν, άνθρωποι που δεν ταιριάζουν και συναισθήματα που δεν γεννιούνται ποτέ.
Υπάρχουν όμως και εκείνες οι άλλες φορές.
Εκείνες που ο φόβος έρχεται να μεταμφιέσει το συναίσθημα.
Και ξαφνικά αρχίζουμε να λέμε στον εαυτό μας ιστορίες. Όχι γιατί είναι απαραίτητα αληθινές, αλλά γιατί μας κάνουν να νιώθουμε πιο ασφαλείς.
«Είναι μόνο χημεία».
«Δεν μπορεί να μου δώσει αυτό που θέλω».
«Δεν είναι ο άνθρωπός μου».
«Δεν είναι κάτι σοβαρό».
Ίσως κάποιες από αυτές τις σκέψεις να περιέχουν και μια δόση αλήθειας. Όμως δεν αποτυπώνουν πάντα ολόκληρη την εικόνα. Είναι η εκδοχή της πραγματικότητας που μας επιτρέπει να κρατήσουμε απόσταση από κάτι που θα μπορούσε να μας πληγώσει.
Γιατί όταν ένας άνθρωπος μας αγγίζει πραγματικά, δεν ξυπνά μόνο η επιθυμία.
Ξυπνά και η πιθανότητα της απώλειας. Της απόρριψης. Του να παραδεχτούμε τι σημαίνει αυτός ο άνθρωπος για εμάς.
Και μαζί μ’ αυτό έρχεται ένας ολόκληρος καταρράκτης.

Τη στιγμή που συνειδητοποιείς τη θέση που έχει πάρει ένας άνθρωπος μέσα σου, γεννιούνται τόσοι πολλοί φόβοι.
Και ίσως, κάποιες φορές, η ασάφεια να μοιάζει πιο ασφαλής από τη βεβαιότητα.
Όσο μια σχέση δεν έχει όνομα, όλα μοιάζουν πιο ελαφριά. Δεν υπάρχουν υποσχέσεις. Δεν υπάρχουν μεγάλες προσδοκίες. Ο καθένας μπορεί να κρατά τον άλλον στη θέση που αντέχει.
Όταν όμως μια σχέση αποκτήσει όνομα και μορφή, κάτι αλλάζει. Αλλάζει το βάρος του συναισθήματος.
Γιατί από τη στιγμή που παραδέχεσαι ότι ο άλλος είναι σημαντικός για σένα, δεν μπορείς πια να κρύβεσαι πίσω από την ασάφεια. Το συναίσθημα παύει να έχει πού να κρυφτεί.
Και τότε δεν χρειάζεται να διαχειριστείς μόνο τον άλλον, αλλά και όλα όσα γεννιούνται μέσα σου.
Και ίσως, κάποιες φορές, αυτό να είναι το πιο τρομακτικό.
Όχι το ίδιο το συναίσθημα. Αλλά όσα φέρνει μαζί του.
Γιατί δεν αντέχουν όλοι την ένταση όσων νιώθουν.
Και τότε ο φόβος κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα.
Μας κάνει να αμφισβητούμε αυτό που νιώθουμε. Να το μικραίνουμε. Να το εκλογικεύουμε. Να το ντύνουμε με επιχειρήματα, μέχρι που κάποια στιγμή δυσκολευόμαστε να ξεχωρίσουμε την αλήθεια από την άμυνα.

Ίσως, τελικά, η πιο δυνατή πανοπλία του φόβου να είναι οι ιστορίες που λέμε στον ίδιο μας τον εαυτό, για να μη χρειαστεί να παραδεχτούμε το πιο ευάλωτο κομμάτι μας.
Δεν ξέρω πόσες σχέσεις χάθηκαν, επειδή δεν υπήρχε συναίσθημα.
Αναρωτιέμαι, όμως, πόσες χάθηκαν επειδή ο φόβος μίλησε πρώτος.