Ήξερε τους κινδύνους της διπολικής διαταραχής στην εγκυμοσύνη, όχι όμως ότι η γέννα θα την οδηγούσε στην ψύχωση – Η ιστορία της Vivienne Presbury συγκλονίζει
Η Vivienne Presbury πάσχει από διπολική διαταραχή και γνώριζε ότι η περίοδος μετά τη γέννα μπορούσε να κρύβει σοβαρούς κινδύνους για την ψυχική της υγεία. Αυτό που δεν μπορούσε να φανταστεί ήταν ότι, λίγες ημέρες αφότου θα έφερνε στον κόσμο τον γιο της, θα κατέληγε σε μονάδα ψυχικής υγείας υψηλής ασφάλειας, μακριά από το μωρό της. Η ιστορία της είναι μια συγκλονιστική περιγραφή του πώς μια τραυματική γέννα, η έλλειψη ύπνου και τα κενά στην υποστήριξη μπορούν να οδηγήσουν μια νέα μητέρα σε επιλόχεια ψύχωση μετά τον τοκετό.
Ήξερε ότι η εγκυμοσύνη έκρυβε κινδύνους
Η Vivienne είχε διαγνωστεί με διπολική διαταραχή στα 23 της, περίπου δέκα χρόνια πριν μείνει έγκυος. Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της έπαιρνε καθημερινά φαρμακευτική αγωγή και βρισκόταν σε τακτική επαφή με τον ψυχίατρό της. Γνώριζε ότι η περίοδος μετά τον τοκετό μπορούσε να αποτελέσει σοβαρό κίνδυνο υποτροπής. Δεν περίμενε, όμως, όσα ακολούθησαν τη γέννηση του Wilfred, τον οποίο αποκαλούν Wilf.
Τα νερά της έσπασαν μερικές εβδομάδες νωρίτερα και οι γιατροί προχώρησαν σε πρόκληση τοκετού. Η διαδικασία ήταν δύσκολη και εξαντλητική, ενώ τελικά χρειάστηκε επείγουσα καισαρική τομή, καθώς το μωρό ήταν σε ισχιακή προβολή και υπήρχε πρόβλημα με τον ομφάλιο λώρο.
Η επέμβαση καθυστέρησε για περισσότερες από οκτώ ώρες, καθώς ένα ακόμη επείγον περιστατικό προηγήθηκε. Η Vivienne ήταν ήδη εξουθενωμένη, πονούσε και δεν μπορούσε να φάει, να πιει ή να κινηθεί κανονικά.

Οι δύσκολες ώρες της γέννας
Κατά τη διάρκεια της καισαρικής, η επισκληρίδιος αναισθησία είχε αρχίσει να υποχωρεί και, όταν τελικά μπήκε στο χειρουργείο, ο πόνος έγινε αφόρητος. Οι γιατροί έκριναν ότι έπρεπε να της χορηγήσουν γενική αναισθησία. «Παρακάλεσα να μου επιτρέψουν να δω το μωρό μου πριν με κοιμίσουν», περιγράφει η Vivienne. Ο σύζυγός της, ο Tom, σήκωσε ψηλά τον μικροσκοπικό γιο τους για να τον δει, πριν όλα αρχίσουν να θολώνουν.
Όταν ξύπνησε, ήταν έντονα αναστατωμένη και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Για εκείνη, η έλλειψη ύπνου ήταν ένας από τους βασικότερους παράγοντες που μπορούσαν να πυροδοτήσουν ένα επεισόδιο. Ωστόσο, ο ψυχίατρός της έλειπε σε άδεια και η ομάδα κρίσης δεν ήταν διαθέσιμη εκείνο το Σαββατοκύριακο.
Τέσσερις ημέρες μετά τη γέννα, ήθελε να επιστρέψει σπίτι. Ο Tom προσπάθησε να την αποτρέψει, όμως εκείνη ξέσπασε εναντίον των μαιών και τελικά έφυγε από το νοσοκομείο. Στο σπίτι, η κατάστασή της επιδεινώθηκε ραγδαία.
Η ψύχωση και η μεταφορά σε μονάδα υψηλής ασφάλειας
Έξι ημέρες μετά τη γέννα, η κατάσταση της Vivienne επιδεινώθηκε δραματικά. Εμφάνισε ψύχωση και άρχισε να ακούει μια φωνή που της έδινε εντολή να πηδήξει από το παράθυρο του υπνοδωματίου. Η παρόρμηση ήταν τόσο έντονη, που φοβήθηκε πως δεν θα μπορούσε να ελέγξει τις κινήσεις της. «Δεν ήθελα να έχω τον έλεγχο των άκρων μου σε περίπτωση που έκανα κακό στον εαυτό μου, οπότε έμεινα εντελώς ακίνητη», περιγράφει.
Μέσα στον φόβο και τη σύγχυσή της, ζήτησε βοήθεια από τον Tom. Εκείνος προσπάθησε αρχικά να επικοινωνήσει με τις μαίες και την ομάδα κρίσης, όμως δεν κατάφερε να βρει την απαραίτητη υποστήριξη. Ως τελευταία λύση, κάλεσε το 999. Η Vivienne μεταφέρθηκε στα επείγοντα, όμως εκεί περίμενε μια ακόμη δύσκολη εξέλιξη.
Δεν υπήρχε διαθέσιμη θέση σε μονάδα μητέρας-βρέφους (MBU), όπου θα μπορούσε να λάβει θεραπεία παραμένοντας μαζί με το νεογέννητο. Έτσι, οι γιατροί αποφάσισαν να τη μεταφέρουν σε μονάδα ψυχικής υγείας υψηλής ασφάλειας, μακριά από τον μικρό Wilfred.
Η στιγμή που της ανακοίνωσαν τι θα συνέβαινε με το μωρό της ήταν από τις πιο σκληρές που θυμάται. «Ας φέρουμε το μωρό σας μέσα, ώστε να μπορέσετε να το αποχαιρετήσετε», της είπε ο γιατρός.
Για μια γυναίκα που μόλις έξι ημέρες νωρίτερα είχε γίνει μητέρα, η φράση αυτή ήταν συντριπτική. Η Vivienne γνώριζε ότι χρειαζόταν άμεση ψυχιατρική φροντίδα και ότι η κατάστασή της ήταν σοβαρή. Ταυτόχρονα, όμως, το μόνο που ήθελε ήταν να βρίσκεται κοντά στον γιο της.
Στη μονάδα, ο αποχωρισμός από τον Wilfred έκανε την κατάσταση ακόμη πιο δύσκολη. Η ίδια περνούσε τις ώρες της αναζητώντας τρόπο να επιστρέψει σε μια μονάδα μητέρας-βρέφους, όπου θα μπορούσε να λάβει θεραπεία χωρίς να αποχωριστεί το παιδί της. Χρειάστηκε να περάσει μία ολόκληρη εβδομάδα στη μονάδα υψηλής ασφάλειας μέχρι να βρεθεί διαθέσιμη θέση σε MBU, περίπου μισή ώρα από το σπίτι της οικογένειας στο Charlton του Λονδίνου.
Η μεταφορά εκεί αποτέλεσε τελικά ένα κρίσιμο σημείο καμπής. Μαζί με τον γιο της, σε ένα πιο ήρεμο περιβάλλον και με τις βασικές ανάγκες της καλυμμένες, η Vivienne άρχισε σταδιακά να επιστρέφει στην πραγματικότητα.

Μακριά από τον γιο της
Στη μονάδα μπορούσε να βλέπει τον Wilf μόλις μία ώρα την ημέρα και μόνο με συνοδό. Ακόμη και ο θηλασμός έγινε μια οδυνηρή διαδικασία. Άνδρες ασθενείς περνούσαν από μπροστά της ενώ θήλαζε, ενώ όταν άντλησε γάλα τής είπαν στη συνέχεια να το πετάξει για λόγους υγιεινής. Οι συνθήκες επιβάρυναν ακόμη περισσότερο την ψυχική της κατάσταση. Η ίδια περιγράφει βρώμικες τουαλέτες, κακό φαγητό και ασθενείς που φώναζαν ή βρίσκονταν σε παραλήρημα. Κάποια στιγμή άρχισε να πιστεύει ότι ο Wilf δεν υπήρχε καν. «Είναι δικό μου αυτό το μωρό; Είναι πραγματικά αληθινός;», αναρωτιόταν.
Η επανένωση που άλλαξε τα πάντα
Ο ψυχίατρός της άρχισε να αναζητά διαθέσιμη θέση σε μονάδα μητέρας-βρέφους σε ολόκληρη τη χώρα. Μία εβδομάδα αργότερα βρέθηκε κρεβάτι, περίπου μισή ώρα μακριά από το σπίτι της, στο Charlton του Λονδίνου. Η Vivienne επανενώθηκε με τον γιο της και, μέσα σε ένα περιβάλλον με καθαρό χώρο, επαρκές φαγητό, ηρεμία και την κατάλληλη φροντίδα, η κατάστασή της άρχισε να βελτιώνεται γρήγορα. Παρέμεινε στη μονάδα για έξι εβδομάδες. Με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή η ψύχωση υποχώρησε και σταδιακά επέστρεψε στην καθημερινότητά της.
Το δεύτερο παιδί και η φροντίδα που έλειψε την πρώτη φορά
Έναν χρόνο αργότερα, η Vivienne αποφάσισε να αποκτήσει δεύτερο παιδί. Η εμπειρία την είχε φοβίσει, όμως αυτή τη φορά υπήρχε πολύ μεγαλύτερη υποστήριξη πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την εγκυμοσύνη. Ο George γεννήθηκε τον Νοέμβριο του 2024 και η Vivienne τα πήγε πολύ καλύτερα. Όλο το προσωπικό γνώριζε το ιστορικό της και υπήρχε σχέδιο φροντίδας από την αρχή.
Κοιτάζοντας πίσω, θεωρεί ότι η ομάδα των μαιών δεν είχε αναγνωρίσει επαρκώς τους κινδύνους που συνδέονταν με τη διπολική διαταραχή. Πιστεύει επίσης ότι η απουσία της ομάδας κρίσης εκείνο το Σαββατοκύριακο μπορεί να συνέβαλε στην επιδείνωση της κατάστασής της.
Σήμερα ζητά η ψυχική υγεία των νέων μητέρων να αντιμετωπίζεται με την ίδια σοβαρότητα όπως και η σωματική τους υγεία — ήδη από την εγκυμοσύνη.

Η ιστορία της Vivienne δείχνει πόσο λεπτή μπορεί να είναι η γραμμή ανάμεσα σε μια δύσκολη λοχεία και μια σοβαρή ψυχική κρίση, αλλά και πόσο καθοριστική μπορεί να γίνει η έγκαιρη και σωστή υποστήριξη.