Μια πράξη ευθύνης αρκούσε για να σωθώ

Μια πράξη ευθύνης αρκούσε για να σωθώ


Είναι 1:40 το βράδυ και μόλις μπήκα σπίτι.

Για ακόμη μία φορά κατέβηκα με τις πυτζάμες στον κάτω όροφο της πολυκατοικίας γιατί άκουσα ουρλιαχτά. Φωνές. Ένα κορίτσι 20 χρόνων ούρλιαζε στους διαδρόμους ζητώντας βοήθεια, ενώ ο πατέρας της, της επιτίθετο ξανά με βρισιές, μπουνιές και κλωτσιές.

Δεν ήταν η πρώτη φορά. Έχει ξανασυμβεί. Είχα καλέσει την αστυνομία. Είχα προσπαθήσει να τη βοηθήσω.

Και καθώς ανέβαινα πριν λίγο ξανά στο σπίτι μου, σκεφτόμουν κάτι που πιστεύω ότι όλοι μας έχουμε αναρωτηθεί έστω μία φορά: Πόσο «δική μας δουλειά» είναι τελικά αυτό που συμβαίνει γύρω μας; Πότε οφείλουμε να παρέμβουμε; Και πόσο υπεύθυνοι είμαστε όταν επιλέγουμε να μην το κάνουμε;

Παράλληλα, μόλις προχθές παρακολούθησα τη συνέντευξη που έδωσε ο ενήλικος γιος ενός επώνυμου καταδικασμένου εγκληματία. Και όσο την παρακολουθούσα, τόσο περισσότερο σκεφτόμουν, όχι μόνο τον ίδιο τον άνθρωπο που καταδικάστηκε για απόπειρες βιασμού, αλλά κυρίως το περιβάλλον γύρω από κάθε άνθρωπο που εγκληματεί.

Τι βλέπουν οι γύρω του; Τι γνωρίζουν; Τι επιλέγουν να αγνοήσουν; Και τελικά… πόση ευθύνη φέρουν; Γιατί πιστεύω πως ένας άνθρωπος δεν εγκληματεί επανειλημμένα μέσα σε κενό αέρος. Για να μπορεί κάποιος να κακοποιεί, να βλάπτει ή να καταστρέφει ζωές ξανά και ξανά, σημαίνει ότι κάπως γύρω του έχει διαμορφωθεί ένα περιβάλλον ανοχής.

Ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο αισθάνεται ότι μπορεί να το κάνει. Ότι έχει το δικαίωμα. Ότι δεν θα υπάρξουν συνέπειες. Ότι κανείς δεν θα τον σταματήσει. Και αυτό είναι κάτι που ως κοινωνία αποφεύγουμε να παραδεχτούμε.

Μέχρι πού φτάνει η ανθρώπινη ανάγκη να προστατεύσεις «τον δικό σου άνθρωπο» όταν απέναντί σου υπάρχουν θύματα; Ποια είναι τελικά η ευθύνη της οικογένειας, των φίλων, των συνεργατών και γενικά του περιβάλλοντος ενός ανθρώπου που έχει βλάψει άλλους ανθρώπους; Ή ποια είναι η δική μας ευθύνη όταν βλέπουμε κάποιον να κακοποιείται δίπλα μας;

Μπορώ να καταλάβω πόσο οδυνηρό είναι για ένα παιδί να αποδεχτεί ότι ο γονιός του — ειδικά όταν πρόκειται για έναν άνθρωπο που θαύμαζε, αγαπούσε και είχε ως πρότυπο — έχει καταδικαστεί για τόσο σοβαρές πράξεις. Για ένα παιδί, ο γονιός του είναι ο πρώτος του κόσμος. Η πρώτη του ασφάλεια. Η πρώτη του εικόνα για τη ζωή. Και όταν αυτό καταρρέει, καταρρέει μαζί και ένα κομμάτι της δικής του ταυτότητας.

Ίσως λοιπόν γι’ αυτό πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται τόσο πολύ να δουν καθαρά όταν το κακό βρίσκεται μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Γιατί αν το παραδεχτούν, πρέπει να γκρεμίσουν μέσα τους ολόκληρο το οικοδόμημα πάνω στο οποίο είχαν χτίσει τη ζωή και την αγάπη τους.

Όμως, μήπως από ένα σημείο και μετά, όλοι μας ως ενήλικες έχουμε και μια κοινωνική ευθύνη; Δεν μπορούμε να στεκόμαστε μόνο στη θέση του συγγενή. Οφείλουμε κάποια στιγμή να στεκόμαστε και στη θέση του πολίτη. Του ανθρώπου. Της κοινωνίας. Η αγάπη δεν πρέπει να σημαίνει τύφλωση. Η προστασία δεν πρέπει να γίνεται συγκάλυψη. Δύσκολα και ανθρώπινα διλήμματα που συχνά μας βασανίζουν.

H Iωάννα Παλιοσπύρου

Μπορείς να αγαπάς έναν άνθρωπο και ταυτόχρονα να αναγνωρίζεις το κακό που έχει προκαλέσει; Μπορείς να του συμπαρασταθείς χωρίς να αγνοείς ή να ακυρώνεις τον πόνο των θυμάτων του; Μπορείς να συνεχίσεις να τον στηρίζεις χωρίς να γίνεσαι μέρος μιας σιωπής που πληγώνει ακόμη περισσότερο όσους υπέφεραν;

Πίσω από πολλούς ανθρώπους που εγκληματούν συστηματικά, συχνά υπάρχουν άνθρωποι που είδαν, άκουσαν, υποψιάστηκαν, δικαιολόγησαν, σιώπησαν ή απλώς επέλεξαν να μη μπλέξουν.

Άλλες φορές από φόβο. Άλλες από συμφέρον. Άλλες από συναισθηματική εξάρτηση. Άλλες από μεροληψία. Και άλλες απλώς από αδιαφορία.

Όμως όλες αυτές οι στάσεις, συνειδητά ή ασυνείδητα, δημιουργούν πρόσφορο έδαφος για να συνεχίσει ένας άνθρωπος να καταστρέφει ζωές χωρίς να σταματά. Γιατί όταν ένας άνθρωπος νιώθει ότι το περιβάλλον του τον καλύπτει, τον δικαιολογεί ή τον προστατεύει, αποκτά μια αίσθηση παντοδυναμίας. Και τότε το κακό μεγαλώνει.

Γι’ αυτό πιστεύω πως η ευθύνη δεν ανήκει μόνο σε αυτόν που διαπράττει το έγκλημα. Ανήκει — σε διαφορετικό βαθμό φυσικά — και σε όσους δημιουργούν γύρω του ένα περιβάλλον στο οποίο το έγκλημα μπορεί να συνεχίζεται ανενόχλητα.

Δεν μιλάω μόνο για ενεργή συγκάλυψη. Μερικές φορές αρκεί η σιωπή. Αρκεί το: «Δεν είναι δική μου δουλειά», «Δεν θέλω να μπλέξω», «Αποκλείεται να το έκανε». Και τελικά αυτή η στάση είναι που επιτρέπει σε κάποιους ανθρώπους να συνεχίζουν μέχρι να καταστρέψουν ολοκληρωτικά τη ζωή κάποιου άλλου.

Δεν ξέρω ποια είναι η σωστή απάντηση. Πιστεύω όμως πως η αδιαφορία απέναντι στο κακό έχει πολύ σοβαρές συνέπειες. Και το λέω αυτό γιατί το έχω σκεφτεί άπειρες φορές και για τη δική μου υπόθεση.

Η οικογένεια της γυναίκας που μου επιτέθηκε δεν επικοινώνησε ποτέ μαζί μου. Δεν μου μίλησε ποτέ. Δεν προσπάθησε ποτέ να σταθεί απέναντι στον πόνο που προκάλεσε το παιδί τους.

Από την άλλη, όμως, εκτίμησα το γεγονός ότι δεν στάθηκαν δημόσια δίπλα της. Δεν εμφανίστηκαν ποτέ στα δικαστήρια για να υπερασπιστούν φανερά τις πράξεις της. Και αυτό, για μένα, είχε σημασία.

Γιατί πιστεύω πως όταν ένας άνθρωπος έχει καταστρέψει μια άλλη ζωή, η οικογένειά του βρίσκεται μπροστά σε ένα τεράστιο ηθικό βάρος. Και ίσως τότε να υπάρχουν μόνο δύο πραγματικά έντιμες επιλογές:

  • Ή να επιλέξεις να κρατήσεις αποστάσεις από αυτό που έκανε.
  • Ή, αν αποφασίσεις να σταθείς δίπλα στο παιδί σου επειδή είναι παιδί σου, να έχεις την ανθρωπιά και το θάρρος να σταθείς με κάποιον τρόπο και δίπλα στο θύμα του.

Γιατί δεν μπορείς να βλέπεις μόνο τον πόνο του ανθρώπου που αγαπάς και να αδιαφορείς πλήρως για τον άνθρωπο που κατέστρεψε. Και τελικά, όσο περισσότερο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ πως οι κοινωνίες δεν διαμορφώνονται μόνο από τις πράξεις των εγκληματιών.

Διαμορφώνονται και από τη στάση των ανθρώπων γύρω τους. Από αυτούς που ξέρουν και σωπαίνουν. Από αυτούς που βλέπουν και αποφεύγουν να εμπλακούν. Από αυτούς που δικαιολογούν.

Κάποιος όμως τότε προμήθευσε με βιτριόλι τη γυναίκα που μου επιτέθηκε. Και είμαι σίγουρη πως γνώριζε τι πρόκειται να συμβεί. Μόνο ένα ανώνυμο τηλεφώνημα χρειαζόμουν για να σωθώ. Μια προειδοποίηση. Μια πράξη ευθύνης. Και ίσως η ζωή μου να είχε εξελιχθεί αλλιώς.

Από την άλλη πλευρά, δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω και τη δυσκολία μιας οικογένειας να διαχειριστεί το γεγονός ότι ένας δικός της άνθρωπος έχει προκαλέσει ανεπανόρθωτο κακό. Δεν είναι εύκολο να αποδεχτείς ότι ο άνθρωπος που αγαπάς είναι ικανός να βλάψει.

Όμως εκεί ακριβώς δοκιμάζεται η ηθική μας στάση. Γιατί μπορείς να αγαπάς κάποιον και ταυτόχρονα να μην αρνείσαι την πραγματικότητα. Μπορείς να σταθείς δίπλα στο παιδί σου χωρίς να αγνοείς το θύμα του. Μπορείς να του συμπαρασταθείς ανθρώπινα χωρίς να γίνεσαι κομμάτι μιας κουλτούρας συγκάλυψης και άρνησης.

Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό ερώτημα που πρέπει να κάνουμε όλοι στον εαυτό μας:

Τι κοινωνία δημιουργούμε με τη στάση μας; Μια κοινωνία όπου το κακό σταματά όταν εμφανίζεται; Ή μια κοινωνία όπου το κακό βρίσκει χώρο, ανοχή και σιωπή για να συνεχίζει να μεγαλώνει;

Γι’ αυτό πιστεύω ότι η ευθύνη μας απέναντι στο κακό δεν ξεκινά μόνο όταν γίνουμε θύματα. Ξεκινά πολύ νωρίτερα. Στο σπίτι μας. Στη γειτονιά μας. Στις παρέες μας. Στη δουλειά μας. Στον τρόπο που αντιδρούμε όταν βλέπουμε κάτι λάθος. Γιατί η αδιαφορία δεν είναι πάντα ουδέτερη στάση. Καμιά φορά είναι το έδαφος πάνω στο οποίο μεγαλώνει το κακό.

Την επόμενη φορά συλλογίσου εάν με τη στάση σου γίνεσαι μέρος ενός προβλήματος που αύριο ίσως αγγίξει τη ζωή κάποιου άλλου.

Οι άνθρωποι ομορφαίνουμε από μικρές στιγμές αγάπης.

Ιωάννα