Δεν θέλω να γυρίσω πίσω
Είναι 10 το πρωί και η κυρία Μάγδα έχει ήδη φτιάξει τον καφέ της. Έναν ελληνικό, όπως τον έπινε πάντα. Κάθεται μόνη της στο τραπέζι της κουζίνας και απέναντί της υπάρχει μια άδεια καρέκλα. Η ίδια καρέκλα που κάποτε είχε απέναντί της τον άντρα της.
Στο κινητό της δεν υπάρχει καμία αναπάντητη. Το κοιτάζει πού και πού, περισσότερο από συνήθεια. Τα παιδιά της έχουν τις δουλειές τους, τα εγγόνια της το σχολείο, τις δραστηριότητες και τη δική τους καθημερινότητα. «Θα σε πάρω το απόγευμα, μαμά», της είπαν. Και πιθανότατα θα την πάρουν. Μέχρι τότε, όμως, η μέρα είναι μεγάλη όταν είσαι μόνος.
Η κυρία Μάγδα είναι ένας φανταστικός άνθρωπος, θα μπορούσε όμως να είναι η δική μας γιαγιά, ο δικός μας παππούς, η ηλικιωμένη κυρία που μένει στο απέναντι διαμέρισμα ή ο άνθρωπος που βλέπουμε κάθε πρωί καθισμένο στο ίδιο παγκάκι.
Και σήμερα, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα για την Τρίτη Ηλικία, σκέφτομαι πόσο πολύ έχουμε μάθει να φοβόμαστε τον χρόνο και πόσο λίγο έχουμε μάθει να μιλάμε για το πώς θέλουμε πραγματικά να μεγαλώσουμε.
Η κοινωνία μάς έχει πείσει ότι η νεότητα είναι κάτι που πρέπει πάση θυσία να διατηρήσουμε. Κοιτάμε τις ρυτίδες στον καθρέφτη, μετράμε τα χρόνια και συχνά αντιμετωπίζουμε την ηλικία σαν κάτι που πρέπει να κρύψουμε. Σαν να είναι αποτυχία το να μεγαλώνεις.
Κι όμως, εγώ δεν θέλω να γυρίσω πίσω.
Δεν θέλω να ξαναγίνω 20 ή 30. Δεν θέλω να ξαναζήσω την αγωνία τού να αρέσω σε όλους, την ανάγκη να αποδεικνύω συνεχώς την αξία μου ή τον φόβο για το τι θα πουν οι άλλοι. Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω πως η ζωή δεν γίνεται απαραίτητα καλύτερη όταν είμαστε νεότεροι. Γίνεται διαφορετική. Και μαζί της αλλάζουμε κι εμείς.
Τα χρόνια μπορεί να παίρνουν κάτι από την ανεμελιά μας, αλλά μας χαρίζουν εμπειρία, επίγνωση και μια διαφορετική ματιά. Μας μαθαίνουν να ξεχωρίζουμε τι αξίζει πραγματικά και τι δεν αξίζει ούτε τον χρόνο ούτε την ενέργειά μας.
Και πίσω από κάθε ηλικιωμένο άνθρωπο υπάρχει μια ολόκληρη ζωή που εμείς δεν γνωρίζουμε. Υπάρχει ένα παιδί που κάποτε ήταν, ένας νέος άνθρωπος που ονειρεύτηκε, ένας έρωτας, μια οικογένεια, μια δουλειά, αγωνίες, χαρές, απώλειες, επιτυχίες και αποτυχίες. Υπάρχουν άνθρωποι που κάποτε είχαν μπροστά τους ολόκληρο το μέλλον και σήμερα έχουν περισσότερο ανάγκη από μια ανθρώπινη παρουσία στο παρόν.
Ίσως αυτό να είναι και το πιο δύσκολο κομμάτι της τρίτης ηλικίας: όχι τόσο τα χρόνια που περνούν, όσο η αίσθηση ότι ο κόσμος γύρω σου συνεχίζει να τρέχει και εσύ έχεις μείνει λίγο στην άκρη.
Τα παιδιά έχουν τις υποχρεώσεις τους, τα εγγόνια μεγαλώνουν, οι φίλοι λιγοστεύουν, οι άνθρωποι που μοιράστηκαν μαζί σου μια ολόκληρη ζωή μπορεί να μην είναι πια εδώ. Και κάποια στιγμή το σπίτι γίνεται πιο ήσυχο απ’ όσο θα ήθελες.
Η μοναξιά των ηλικιωμένων είναι ένα θέμα που αφορά όλους μας. Γιατί μερικές φορές δεν χρειάζεται να κάνουμε κάτι μεγάλο. Ένα τηλεφώνημα, μια επίσκεψη, ένας καφές ή ακόμη και μια απλή κουβέντα μπορούν να αλλάξουν ολόκληρη τη μέρα κάποιου ανθρώπου.
Ας πάρουμε, λοιπόν, σήμερα τηλέφωνο έναν παππού ή μια γιαγιά. Ας περάσουμε λίγο χρόνο μαζί τους. Ας τους αφήσουμε να μας πουν για ακόμη μία φορά την ίδια ιστορία, χωρίς να κοιτάξουμε το ρολόι. Για εμάς μπορεί να είναι μια ιστορία που έχουμε ξανακούσει. Για εκείνους είναι ένα κομμάτι της ζωής τους που ίσως θέλουν απλώς κάποιον να θυμάται μαζί τους.
Και κάποια στιγμή, αν είμαστε τυχεροί, θα μεγαλώσουμε κι εμείς. Θα αποκτήσουμε τις δικές μας ιστορίες, τις δικές μας αναμνήσεις και, ίσως, τους δικούς μας φόβους. Τότε δεν θα έχει τόση σημασία αν δείχνουμε νέοι. Θα έχει σημασία αν υπάρχει κάποιος απέναντί μας, κάποιος που θα ενδιαφερθεί πραγματικά να ακούσει όσα έχουμε να πούμε.
Γι’ αυτό σήμερα δεν θέλω να ευχηθώ σε κανέναν να μη μεγαλώσει. Θέλω να ευχηθώ να μεγαλώσουμε καλά. Με αξιοπρέπεια, με φροντίδα και, πάνω απ’ όλα, με ανθρώπους γύρω μας.
Γιατί τελικά δεν είναι τα χρόνια που μας τρομάζουν περισσότερο. Είναι η μοναξιά μέσα στα χρόνια.
Κι εγώ, όσο κι αν αγαπώ τις αναμνήσεις μου, δεν θέλω να γυρίσω πίσω. Θέλω να προχωρήσω, να μεγαλώσω και να συνεχίσω να ανακαλύπτω ποια είμαι.
Και όταν κάποτε φτάσω εκεί, θέλω να υπάρχει μια καρέκλα απέναντί μου που να μην είναι άδεια.