«Η μητέρα μου με αρρώσταινε σκόπιμα για χρόνια μέχρι που ένας γιατρός την ανακάλυψε» – H καθηλωτική ιστορία της Nina Blom που έφτασε κοντά στην ευθανασία
Μεγαλωμένη στην Ολλανδία, τη δεκαετία του 1970 και του 1980, η Nina Blom ήταν, φαινομενικά, ένα συνηθισμένο παιδί. Αγαπούσε τη μουσική, το τραγούδι και τον χορό και έπαιζε με την αδελφή της στη σοφίτα του σπιτιού τους. Όμως οι στιγμές χαράς ήταν σπάνιες.
Οι γονείς της περιστασιακά της επέτρεπαν να βγαίνει από το σπίτι και, από την ηλικία των 8 ετών, η μητέρα της την έπεισε ότι ήταν σοβαρά άρρωστη. Άρχισε να την πηγαίνει σε νοσοκομεία για εξετάσεις και θεραπείες – 15 φορές σε 6 διαφορετικά νοσοκομεία μέσα σε λίγα μόλις χρόνια!
Με τον καιρό, την ανάγκασε να χρησιμοποιεί αναπηρικό αμαξίδιο και της είπε ότι έπασχε από ανίατη μυϊκή νόσο, καθώς και ότι σύντομα θα πέθαινε.
Με την πάροδο των χρόνων, πολλοί επαγγελματίες υγείας την εξέτασαν, όμως κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει τι πραγματικά της συνέβαινε. Χρειάστηκε ένας παρατηρητικός γιατρός να ενώσει τα κομμάτια της ιστορίας της Nina και να αποκαλύψει την αληθινή και σοκαριστική αιτία της «ασθένειάς» της: τη μητέρα της.
Η Παραποίηση Ιατρικής Κατάστασης Παιδιού (Paediatric Condition Falsification), γνωστή επίσης ως Κατασκευασμένη ή Προκλητή Ασθένεια (Fabricated or Induced Illness – FII) ή Σύνδρομο Μινχάουζεν δι’ αντιπροσώπου (Munchausen Syndrome by Proxy), είναι μια μορφή κακοποίησης παιδιού κατά την οποία ο φροντιστής – συνήθως ένας γονέας – υπερβάλλει, λέει ψέματα, επινοεί ή προκαλεί σκόπιμα μια ασθένεια στο παιδί. Οι λόγοι που οδηγούν σε αυτήν τη συμπεριφορά δεν έχουν ακόμη γίνει πλήρως κατανοητοί.
Ας δούμε όμως πώς ξεκίνησε η συγκλονιστική ιστορία της Nina Blom και πώς το κορίτσι κατάφερε να «χτίσει» από την αρχή τη ζωή του.

Οι πρώτες εισαγωγές στο νοσοκομείο
Όταν η Nina ήταν 8 ετών, άρχισε να υποφέρει από συχνούς πόνους στο στομάχι και έχασε πολύ βάρος. Κάποια στιγμή εισήχθη στο νοσοκομείο και εκεί της έδωσαν χυμό μήλου και σούπα, με αποτέλεσμα να αρχίσει να αισθάνεται καλύτερα.
Ο γιατρός έλεγε χαρακτηριστικά: «Η Nina είναι καλά… μπορεί να πάει σπίτι». Όμως η μητέρα της επέμενε να επιστρέφει στο νοσοκομείο και της έλεγε ότι έπρεπε να πει στους γιατρούς πως το στομάχι της εξακολουθούσε να πονάει, παρόλο που δεν πονούσε καθόλου. Το ίδιο μοτίβο επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά τα επόμενα χρόνια.
Μία φορά, στη διάρκεια οικογενειακών διακοπών, η Nina παραπονέθηκε ότι πονούσε μετά το κολύμπι. Η μητέρα της αποφάσισε αμέσως ότι έπασχε από μυϊκή νόσο και ότι έπρεπε – για άλλη μία φορά – να πάει στο νοσοκομείο.
Όταν η Nina αρνήθηκε, η μητέρα της, της είπε: «Μη με κάνεις να φαίνομαι γελοία. Πονάς και αυτό θα πεις στον γιατρό».
Για τη Nina, όλη αυτή η κατάσταση ήταν βαθιά συγκεχυμένη. «Ένιωθα ενοχές, επειδή βρισκόμουν στον ίδιο θάλαμο με παιδιά που είχαν καρκίνο και ήταν πραγματικά άρρωστα», είπε, σε συνέντευξή της στην εκπομπή Outlook του BBC. «Σκεφτόμουν: “Δεν έχω τίποτα.”», πρόσθεσε.
Ένα αγόρι που νοσηλευόταν στο διπλανό κρεβάτι πέθανε όσο η ίδια βρισκόταν στο νοσοκομείο, γεγονός που έκανε τις ενοχές της ακόμη μεγαλύτερες.
Δεν είχε κανέναν ενδοιασμό
Η Nina υποβλήθηκε σε πολλές εξετάσεις, μεταξύ των οποίων και επώδυνες διαδικασίες, όπως βιοψία μυελού των οστών. Ωστόσο, οι γιατροί δεν έβρισκαν τίποτα παθολογικό.
Η μητέρα της ήταν πάντοτε δίπλα της και, κάθε φορά που έβλεπε τη Nina να χαμογελά, θύμωνε και την τιμωρούσε.
Ύστερα από μία νοσηλεία που διήρκεσε 4 εβδομάδες, οι γιατροί αποφάσισαν τελικά να της δώσουν εξιτήριο. Μόλις επέστρεψαν στο σπίτι, η μητέρα της την έβαλε σε αναπηρικό αμαξίδιο, τη σταμάτησε από το σχολείο και την ανάγκασε να περνά τις ημέρες της σε ένα κρεβάτι που είχε στήσει στο σαλόνι του σπιτιού.
Η Nina δεν έβλεπε πλέον τους φίλους της και η μητέρα της, της στέρησε ακόμη και τη μουσική που τόσο αγαπούσε να ακούει. Παρηγοριά έβρισκε μόνο στο πλέξιμο, όμως σύντομα τα χέρια της άρχισαν να κουράζονται και να πονούν. Η μητέρα της επέμεινε αμέσως ότι κάτι πολύ σοβαρό συνέβαινε και της έδεσε τα χέρια με επιδέσμους πολύ σφιχτά.
Οι επίδεσμοι ήταν τόσο σφιχτοί, ώστε τα χέρια και τα δάχτυλά της μούδιασαν – κάτι που, όπως φαινόταν, ευχαριστούσε τη μητέρα της.
«Δεν μπορώ να σας περιγράψω πόσο φρικτό ήταν να βλέπω τη μητέρα μου να μοιάζει σαν να απολάμβανε όλο αυτό», λέει σήμερα.

«Σύντομα θα πεθάνεις»
Καθώς περνούσαν τα χρόνια, τα πράγματα γίνονταν ακόμα χειρότερα. Κάποια στιγμή, με απειλητικό ύφος, η μητέρα της είπε στη Nina: «Αν ανακαλύψω ότι δεν πονάς πραγματικά και τα επινοείς μόνη σου, θα σε βλάψω».
Η Nina άρχισε να νιώθει όλο και πιο μπερδεμένη και, όπως λέει η ίδια, «έχασα τον εαυτό μου».
Επειδή περνούσε τόσο πολύ χρόνο καθηλωμένη στο κρεβάτι και με τα χέρια της δεμένα με επιδέσμους, σταδιακά έχασε τη μυϊκή της δύναμη. Τελικά, οι γιατροί την έστειλαν σε ένα κέντρο αποκατάστασης για φυσικοθεραπεία.
Εκεί έμαθε ξανά να περπατά και μάλιστα ερωτεύτηκε ένα αγόρι που ήταν επίσης ασθενής.
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, άρχισε να νιώθει ευτυχισμένη.
Όμως, όταν η κλινική της επέτρεπε να περνά τα Σαββατοκύριακα στο σπίτι, η μητέρα της έπαιρνε αμέσως ξανά τον έλεγχο. Την ανάγκαζε να φορά τους επώδυνους επιδέσμους και της απαγόρευε να σηκώνεται από το κρεβάτι.
Ισχυριζόταν επίσης ότι η Nina είχε καρδιοπάθεια και μια μέρα της είπε: «Σύντομα θα πεθάνεις».
«Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα πραγματικά μόνη», λέει η Nina, «σαν να έπεφτα μέσα σε μια μαύρη τρύπα».

Η πρόταση για ευθανασία
Τα χρόνια περνούσαν, όμως τίποτα δεν άλλαζε.
Κατά τη διάρκεια μιας ακόμη νοσηλείας, η Nina γνώρισε έναν νέο παιδίατρο, τον Dr Vrienten, ο οποίος της είπε ότι ήθελε να βρει έναν τρόπο ώστε ειδικοί να μπορέσουν να τη βοηθήσουν να βελτιώσει την κίνηση στα άκρα και τις αρθρώσεις της, για να μπορέσει ξανά να περπατήσει.
Η Nina ξαφνιάστηκε. Η μητέρα της, της έλεγε πάντα ότι έπασχε από μια θανατηφόρα μυϊκή ασθένεια και ότι θα πέθαινε από αυτή. Βαθιά μέσα της είχε αμφιβολίες, αλλά δεν μπορούσε να κάνει ερωτήσεις.
Η μητέρα της εξοργίστηκε και, όταν επέστρεψαν στο σπίτι, ανάγκασε τη Nina να κρατήσει τα πόδια της σε σχήμα Χ και τα στερέωσε εκεί με μαξιλάρια. Περιόρισε το φαγητό της, έβαλε έναν σωλήνα σίτισης να περνά από τη μύτη της και την ανάγκασε να παίρνει 20 χάπια την ημέρα.
Και έχει και χειρότερο: Κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης σε γιατρό, ζήτησε να γίνει ευθανασία στη Nina (σ.σ. στην Ολλανδία είναι νόμιμη η ευθανασία). Η Nina, άρρωστη και εξαντλημένη, συμφώνησε.
«Γιατρέ, θέλω να πεθάνω», του είπε. «Μπορείτε να με βοηθήσετε;».
Ο γιατρός έκανε ένα βήμα πίσω, μίλησε για λίγο με τη μητέρα της και συνταγογράφησε μορφίνη για 24 ώρες. «Θα την κρατήσουμε κοιμισμένη», είπε.

Η ώρα της σωτηρίας
Ο Dr Vrienten είχε ήδη ενώσει όλα τα κομμάτια του παζλ και είχε επικοινωνήσει με τις υπηρεσίες προστασίας παιδιών. Μια μέρα, μια γυναίκα μπήκε στο δωμάτιο της Nina και της είπε ότι θα την πήγαινε σε άλλο νοσοκομείο. Η Nina την παρακάλεσε: «Όχι, σε παρακαλώ. Άσε με να πεθάνω».
Παρατήρησε ότι η μητέρα της είχε αρχίσει να πανικοβάλλεται. Δύο αστυνομικοί στέκονταν εκεί κοντά.
Λίγο αργότερα, τη σήκωσαν, την έβαλαν σε ένα φορείο και την απομάκρυναν με ασθενοφόρο. Αφαίρεσαν τους επιδέσμους από τα χέρια και τα πόδια της και τοποθέτησαν μια κάμερα παρακολούθησης στο δωμάτιό της.
Για 2 ημέρες δεν είδε κανέναν από τους γονείς της. Όταν τελικά την επισκέφθηκαν, η Nina τους είπε επανειλημμένα: «Δεν είμαι άρρωστη». Το επανέλαβε ξανά και ξανά – συνολικά 18 φορές.
Η μητέρα της ξέχασε ότι η κάμερα συνέχιζε να καταγράφει και άρχισε να θυμώνει – μια αντίδραση που αποτέλεσε απόδειξη για όσα συνέβαιναν όλα αυτά τα χρόνια.

Η νέα ζωή που έχτισε από την αρχή
Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, η Nina αποφάσισε να διακόψει κάθε επαφή με τους γονείς της. Νοσηλεύτηκε με τη θέλησή της σε ένα κέντρο θεραπείας, όπου έλαβε σωματική και ψυχολογική υποστήριξη, και τελικά εγκαταστάθηκε σε μια νέα πόλη με διαφορετική ταυτότητα.
Εκεί έχτισε μια νέα ζωή: αποφοίτησε από σχολή καλών τεχνών, βρήκε δουλειά και ερωτεύτηκε.
Οι γονείς της δεν παραδέχτηκαν ποτέ αυτό που της είχαν κάνει – και κάποια στιγμή προσέλαβαν ιδιωτικό ερευνητή για να τη βρει, κάτι που της προκάλεσε μεγάλο άγχος και ψυχική ταλαιπωρία.

Σκέφτηκε να τους καταγγείλει – κάτι που κανείς δεν είχε κάνει την εποχή που τη διέσωσαν. Όμως τελικά το άφησε και, λίγα χρόνια αργότερα, οι γονείς της πέθαναν ο ένας μετά τον άλλον.
«Αυτό που μου έκαναν οι γονείς μου ήταν έγκλημα», λέει τώρα η Nina. «Ήταν σοβαρή κακοποίηση παιδιού και μόλις που κατάφερα να επιβιώσω».
Όμως νιώθει ευγνωμοσύνη που σήμερα βρίσκεται σε ένα καλό σημείο στη ζωή της. «Είμαι τόσο χαρούμενη που επέζησα και υπάρχουν τόσα πολλά πράγματα για τα οποία αξίζει να ζω».