Η Evelin A Boatenk αποφάσισε μέσα σε μια εβδομάδα να φύγει από τη Θεσσαλονίκη και σήμερα ζει το αμερικανικό όνειρο
Αποκλείεται να μην την έχει πάρει το μάτι σου κάνοντας scroll στο Instagram. Ανεβάζει συχνά βιντεάκια, μοιράζεται στιγμές από την καθημερινότητά της και τη δουλειά της, ενώ μας συγκινεί όταν αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές της – όχι και τόσο εύκολης- ζωής της στην Ελλάδα.
Η Evelin A Boatenk – η νέα Muse of the Week – γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη από Ελληνοπολωνή μαμά και αφρικανό μπαμπά, ο οποίος, πριν εκείνη καν μιλήσει, την εγκατέλειψε. Δεν τη στιγμάτισε το γεγονός αυτό, γιατί είχε κοντά της έναν πυρήνα ανθρώπων που της μοίραζαν απλόχερα αγάπη και φροντίδα. Οι δυσκολίες βέβαια ήταν πολλές – κυρίως οι οικονομικές. Γι’ αυτό και η ίδια, δουλεύοντας σκληρά από μικρή, αποφάσισε να κυνηγήσει το αμερικανικό όνειρο. Και τα κατάφερε… πιο καλά από όσο είχε φανταστεί. Στη συνέντευξή μας στο Muse ξετυλίγει το κουβάρι της ζωής της, μιλά με ειλικρίνεια για τον ρατσισμό, την απουσία του μπαμπά της, τις δυσκολίες, την επιμονή και την αγάπη που της άλλαξε τη ζωή, στέλνοντας ένα μήνυμα αισιοδοξίας σε όποιον παλεύει για τα όνειρά του.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Evelin, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Από πού κατάγεσαι;
Η μαμά μου είναι Ελληνοπολωνή και ο μπαμπάς μου από την Γκάνα. Γνωρίστηκαν ενώ σπούδαζαν ιατρική στην Πολωνία και από αυτόν τον έρωτα προέκυψα εγώ.
Άρα γεννήθηκες στην Πολωνία;
Όχι. Όταν τελείωσαν τις σπουδές τους μετακόμισαν στην Ελλάδα, όπου και γεννήθηκα. Στη Θεσσαλονίκη συγκεκριμένα. Εκεί μεγάλωσα και πήγα σχολείο, εκεί ζούσαν και η γιαγιά μου με τον παππού μου. Μετά, η μαμά χώρισε με τον μπαμπά και εκείνος έφυγε. Μετακόμισε στην Αγγλία.

Σε ποια ηλικία ήσουν όταν συνέβη αυτό;
Οι γονείς μου χώρισαν όταν ήμουν περίπου 2 ετών και από τότε δεν κρατήσαμε επαφή με τον μπαμπά. Η αλήθεια είναι ότι δεν με έψαξε κιόλας. Είχαμε μία επαφή μόνο όταν ήμουν 16 χρόνων.
Επικοινώνησε τότε μαζί μας και με ρώτησε τι κάνω. Μάλιστα, τον επισκέφθηκα στην Αγγλία, έμεινα μαζί του για 2 εβδομάδες και μετά εξαφανίστηκε πάλι. Δεν έχουμε καμία επικοινωνία πια.
Είσαι μοναχοπαίδι;
Όχι. Η μαμά μου ξαναπαντρεύτηκε. Έχω δύο αδερφές από τον γάμο της, οι οποίες είναι ξανθές με γαλανά μάτια (γέλια).


Και ο μπαμπάς σου;
Και αυτός ξαναπαντρεύτηκε, και έχω και από την πλευρά του 3 αδελφές, που είναι ολόιδιες με εμένα. Είναι απίστευτο το πόσο μοιάζουμε.
Με αυτά τα κορίτσια – από την πλευρά του μπαμπά- έχεις κάποια επαφή;
Είναι αρκετά μικρότερές μου. Φαντάσου ότι όταν εγώ πήγα στην Αγγλία, στα 16 μου, η μία ήταν 3 ετών, η άλλη 4 και η μεγαλύτερη 12, οπότε ήταν αρκετά μεγάλη η διαφορά ηλικίας μας. Ήταν μεγάλο το χάσμα, επομένως δεν μιλάμε.
Η απουσία του μπαμπά σου, πώς σε επηρέασε;
Όσο περίεργο κι αν σου φανεί, δεν ένιωσα την απουσία του μπαμπά μου. Υπήρχε πολλή αγάπη στην οικογένειά μου. Οι σχέσεις μας με τη γιαγιά και τον παππού ήταν πολύ στενές – θα έλεγα ότι ο παππούς μου ήταν ο πατέρας μου. Ποτέ δεν αισθάνθηκα ότι μου λείπει κάτι.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Είπες προηγουμένως ότι η μαμά σου ξαναπαντρεύτηκε. Ο πατριός σου, σου φέρθηκε καλά; Ποιες ήταν οι σχέσεις σας;
Μου φέρθηκε εξαιρετικά. Ήταν μαζί με τη μαμά μου για 12 χρόνια, μετά χώρισαν, αλλά όλο το διάστημα που ήταν μαζί, ήταν για εμένα μια πατρική φιγούρα στο σπίτι.
Η μητέρα σου, σου εξήγησε ποτέ τι συνέβη με τον μπαμπά σου;
Από μικρή, η μαμά μου μου τα εξηγούσε όλα. Μου είχε πει ότι κάποιοι άνθρωποι δεν τα βρίσκουν μεταξύ τους και πως αυτό δεν σημαίνει ότι έρχεται το τέλος του κόσμου. Μου έλεγε ότι «δεν είσαι το μοναδικό παιδί που δεν θα μεγαλώσει με τον πατέρα του».
Η εποχή όμως που μεγάλωσες στη Θεσσαλονίκη – εκεί στα 90s με 00s- ήταν μια εποχή που τα διαζύγια δεν ήταν συχνά. Φαντάζομαι λίγα παιδάκια στην τάξη σου θα είχαν χωρισμένους γονείς.
Ναι, έτσι είναι. Και υπήρχαν σχόλια για αυτό το θέμα. Τα περισσότερα, όμως, σχόλια είχαν να κάνουν με το χρώμα μου, όχι με το διαζύγιο.
Ήμουν το μοναδικό μαύρο παιδάκι στη γειτονιά, και πολλές φορές έλεγαν στη μαμά μου ή στους παππούδες μου «α, το υιοθετήσατε;».
Και στο σχολείο υπήρχαν 2-3 παιδάκια που έλεγαν «η Evelin, η μαύρη». Πάντα, όμως, η μαμά, η γιαγιά και ο παππούς μου μου έλεγαν να μη δίνω σημασία. Οπότε, δεν ένιωσα ποτέ το μαύρο πρόβατο. Άσε που ήμουν πολύ κοινωνική και μέσα στις παρέες.
Μεγαλώνοντας, φλερτ είχες;
Χμ… αυτό είναι το μοναδικό πράγμα που δεν είχα. Τότε, όταν ήμασταν στο σχολείο, ήταν φυσιολογικό να σου ζητήσει κάποιο αγόρι να βγείτε ραντεβού. Αυτό σε εμένα δεν συνέβη ποτέ. Ποτέ κανένας δεν μου ζήτησε να βγούμε. Νομίζω ότι έπαιξε ρόλο το ότι ήμουν διαφορετική και τους φαινόταν περίεργο.
Εννοείς ότι λόγω του χρώματός σου δεν ήθελαν τα αγόρια να βγείτε ραντεβού;
Ναι. Και προσπάθησα να μπω στη θέση τους, να τους καταλάβω. Ήμουν σε μια γειτονιά μόνο με λευκούς, ήμουν η μοναδική μαύρη, επομένως ήταν πιο δύσκολο για ένα αγόρι να πει ότι θα βγει μαζί μου. Πρώτη φορά βγήκα date όταν ήμουν 20 χρόνων. Στο σχολείο κανένας δεν είχε πει «α, μου αρέσει η Evelin».

Σε πλήγωνε αυτό τότε;
Δεν θα έλεγα ότι με πλήγωνε. Νομίζω ότι ένιωθα πως ίσως κάτι δεν πάει καλά με εμένα ή δεν είμαι τόσο όμορφη όσο τα άλλα κορίτσια. Δεν το άφησα όμως να με επηρεάσει. Δεν με στιγμάτισε.
Φαίνεσαι πολύ δυνατή. Και καταλαβαίνω ότι αυτή η δύναμη πηγάζει και από τη μαμά σου. Μίλησέ μου για εκείνη. Έχω ακούσει στα βίντεό σου να λες ότι δούλευε πολύ για να μη σου λείψει τίποτα.
Η μαμά μου σπούδασε οδοντιατρική. Δούλευε και ως οδοντίατρος, αλλά έκανε και νυχτερινές βάρδιες ως αποκλειστική νοσοκόμα σε νοσοκομείο. Οπότε, συνήθως τα βράδια έλειπε και τα πρωινά ήταν αρκετά κουρασμένη. Γι΄αυτό κι εγώ ήμουν σαν μητρική φιγούρα για τις αδελφές μου, επειδή είμαι μεγαλύτερη. Θυμάμαι, δηλαδή, τα πρωινά να βοηθάω πάντα τη μαμά να μας ετοιμάσει για να πάμε στο σχολείο. Ή όταν γυρνούσαμε από το σχολείο, να μαγειρεύω για να φάμε μεσημεριανό, όταν δούλευε και η γιαγιά. Δεν είχαμε οικονομική ευχέρεια, για αυτό κι εγώ ήθελα να δουλέψω από μικρή, να έχω τα δικά μου χρήματα. Δεν μπορούσα ποτέ να ζητήσω, για παράδειγμα, 50 ευρώ από τη μαμά μου για να αγοράσω κάτι.
Και πότε ξεκίνησες να δουλεύεις;
Στα 16 μου. Δούλευα τα καλοκαίρια στο τουριστικό γραφείο του θείου μου στη Θεσσαλονίκη. Και, βέβαια, με το που τελείωσα το σχολείο και άρχισα να σπουδάζω, ξεκίνησα να δουλεύω παράλληλα. Πολλές φορές, τύχαινε να έχω και δύο δουλειές. Υπήρξε περίοδος που εργαζόμουν το πρωί σε κατάστημα με ρούχα και το βράδυ σερβιτόρα. Είμαι συνηθισμένη να δουλεύω από μικρή. Νομίζω η δουλειά «χτίζει» χαρακτήρα, σε κάνει πιο υπεύθυνο άνθρωπο.
Πότε έχασες τον δρόμο σου και τι εννοείς με αυτό; Σε έχω ακούσει να λες αυτήν τη φράση σε κάποιο βίντεο.
Όταν ήμουν στο Πανεπιστήμιο. Τότε, άρχισα να βγαίνω πολύ, έγινα party animal, είχα κακές παρέες. Πήγα να δουλέψω και στη Μύκονο πάλι ως σερβιτόρα, και εκεί συνάντησα πολύ διαφορετικό κόσμο. Ήρθα σε επαφή κυριολεκτικά με ανθρώπους από όλο τον πλανήτη, και έχασα την προσήλωσή μου σε αυτά που ήταν για εμένα σωστά. Άλλαξαν οι συνήθειές μου και νομίζω ότι μεγάλωσα απότομα – αυτό συμβαίνει όταν δουλεύεις νύχτα. Όλο αυτό κράτησε 4-5 χρόνια.
Τι σε σόκαρε περισσότερο στη νύχτα;
Το ότι έπρεπε να έρθω σε επαφή με πράγματα και καταστάσεις που μπορεί και να μη μου άρεσαν, που ήταν έξω από εμένα και από όσα είχα μάθει από την οικογένειά μου. Έπρεπε να συναναστρέφομαι πολλές φορές με υπόκοσμο, για να σου μιλήσω ειλικρινά.

Πότε αποφάσισες να φύγεις από τη νύχτα και τι σε αφύπνισε για να το πάρεις απόφαση;
Δούλευα νύχτα περίπου 12 χρόνια, από τα οποία τα 6-7 ήμουν στη Μύκονο και έκανα σεζόν. Νομίζω ήμουν 30 χρόνων όταν αποφάσισα ότι πρέπει να σταματήσω – είχα αρχίσει να κουράζομαι σωματικά και ψυχολογικά. Δεν είχα ποιότητα ζωής και σκεφτόμουν τι θέλω να κάνω μακροπρόθεσμα. Δηλαδή αναρωτήθηκα: «θέλω στα 40 μου να δουλεύω ως σερβιτόρα και να είμαι έξω κάθε βράδυ;». Δεν είναι βιώσιμο αυτό.
Τότε ήταν που αποφάσισες ότι θα φύγεις μόνιμα για την Αμερική;
Όχι ακριβώς. Άρχισα να ψάχνομαι το 2018. Σταμάτησα να δουλεύω στη Μύκονο και μετακόμισα στο Λονδίνο. Εκεί, βρήκα δουλειά ως manager σε εστιατόρια, έμεινα έναν χρόνο, μετά ήρθε η πανδημία του Covid και έκλεισαν όλα. Έτσι, αποφάσισα να μετακομίσω στο Βερολίνο, όπου ανοίξαμε με κάποιους φίλους ένα καφέ. Πάλι, όμως, δεν μου άρεσε. Δεν ήταν για εμένα αυτή η πόλη, δεν μου ταίριαξε. Γύρισα λοιπόν για μία τελευταία σεζόν στη Μύκονο, είπα στον εαυτό μου ότι δεν γίνεται να κάνω ξανά αυτήν τη δουλειά και αποφάσισα να φύγω για την Αμερική.
Τα μάζεψα και είπα ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει.
Γιατί επέλεξες την Αμερική; Είχες ξαναπάει;
Την επέλεξα, γιατί είναι πολυπολιτισμική. Είχα περάσει και δύο χειμώνες στο Μαϊάμι – δηλαδή δούλευα καλοκαίρι στη Μύκονο και χειμώνα στο Μαϊάμι- οπότε είχα βρεθεί σε εκείνα τα μέρη και ένιωθα πως κάπως μου ταιριάζουν καλύτερα από την Ευρώπη.
Άρα αυτές τις δύο σεζόν που έκανες στο Μαϊάμι, είχες γνωρίσει και κάποιους ανθρώπους. Εννοώ δεν βρέθηκες τελείως μόνη σε μια άλλη ήπειρο…
Ναι. Στη Νέα Υόρκη ήρθα με δύο Έλληνες φίλους μου που δουλεύαμε μαζί στη Μύκονο και που είχαμε κάνει σεζόν στο Μαϊάμι. Μου είπαν ότι είχαν αποφασίσει να πάνε στη Νέα Υόρκη για μια καλύτερη ζωή και έτσι το αποφάσισα και εγώ.
Μέσα σε μία εβδομάδα έγιναν όλα. Ανακοίνωσα στη μαμά μου και τη γιαγιά μου ότι φεύγω για Νέα Υόρκη και έφυγα.

Πότε πήγες λοιπόν εκεί;
Τον Φεβρουάριο του 2024.
Βρήκες δουλειά αμέσως; Ενσωματώθηκες γρήγορα;
Ναι! Είμαι πολύ κοινωνική και δεν δυσκολεύομαι στην προσαρμογή. Άλλωστε, σε όλη μου τη ζωή τίποτα δεν ήρθε εύκολα και άνετα. Δεν σκέφτηκα λεπτό «αχ, τι θα κάνω». Ήξερα ότι θα έρθω εδώ, θα έχω ελάχιστα χρήματα και θα έπρεπε αμέσως να βρω δουλειά. Γι΄αυτό λέω πολλές φορές ότι έχω το μικρόβιο τού «πήγαινε, βρες τα και make it work».
Πότε άρχισες να έχεις μεγαλύτερη οικονομική άνεση;
Από τον πρώτο μήνα.
Το έχω πει και σε πολλά βίντεο και έχω φάει hate: στην Αμερική, αν θέλεις να βγάλεις χρήματα, μπορείς. Εγώ δούλευα ως σερβιτόρα και έπαιρνα μισθό 10.000 δολάρια τον μήνα.
Για εμάς στην Ελλάδα αυτό το ποσό ακούγεται τεράστιο, είναι όμως αρκετό για το κόστος ζωής εκεί;
Ναι. Σκέψου ότι έδινα 1.000 δολάρια τον μήνα για το ενοίκιο και το μετρό ήταν δίπλα στο σπίτι μου, άρα δεν χρειαζόμουν άλλο Μέσο για να μετακινηθώ. Επίσης, το σούπερ μάρκετ δεν έχει διαφορά με την Ελλάδα. Οι τιμές είναι ίδιες πάνω-κάτω. Αυτό που είναι ακριβό στη Νέα Υόρκη είναι η ασφάλεια υγείας και η διασκέδαση – η έξοδος για φαγητό, για ποτό κλπ. Όμως εγώ ήρθα εδώ με σκοπό να βγάλω χρήματα και δεν έβγαινα, δεν πήγαινα πουθενά, δεν έτρωγα έξω. Ό,τι έβγαζα το έβαζα στην άκρη. Έτσι μάζεψα χρήματα – και με μία πολύ απλή δουλειά, δεν είναι ότι εργαζόμουν σε πολυεθνική εταιρεία.
Τώρα, με τι ασχολείσαι;
Θα ξεκινήσω λίγο ανάποδα για να φτάσω στο σήμερα. Εγώ, όπως σου είπα, δούλευα ως σερβιτόρα. Πολύ γρήγορα, γνώρισα τον άντρα μου και παντρευτήκαμε. Ο σύζυγός μου είναι Αμερικάνος και έχει καλή δουλειά. Μου είπε λοιπόν ότι δεν χρειάζεται να δουλεύω άλλο στο εστιατόριο, γιατί πάντα του έλεγα ότι θέλω να κάνω κάτι δικό μου. Επομένως, μου είπε να τολμήσω, να κάνω αυτό που έχω κατά νου και τότε ήταν που πήρα δύναμη και ξεκίνησα την ενασχόλησή μου με τα social media. Τα ξεκίνησα όμως γιατί ήθελα να ανοίξω δικό μου εστιατόριο – για το οποίο κάναμε έρευνα, βρήκαμε χώρο, βάλαμε δικηγόρους να τρέξουν τις διαδικασίες.
Τελικά, άνοιξες το εστιατόριο;
Όχι. Πολλές φορές στη ζωή θέλουμε πράγματα, τα οποία δεν είμαστε έτοιμοι να κάνουμε. Για να ανοίξεις εδώ εστιατόριο χρειάζεσαι ένα πολύ μεγάλο budget. Τότε που το ξεκίνησα όλο αυτό δεν ήξερα κανέναν, δηλαδή δεν είχα τις γνωριμίες που έχω τώρα, μετά από 1 χρόνο – και ήρθαν όλες λόγω των social media. Όμως, ό,τι γίνεται είναι για καλό. Γιατί έγινε όλη αυτή η προσπάθεια με τα social media, πήγε καλά, και πλέον η δουλειά μου είναι αυτή: έχω δική μου εταιρεία social media managing. Αναλαμβάνω δηλαδή πελάτες που έχουν δικές τους επιχειρήσεις και χειρίζομαι εγώ τα social media, κάνω events κλπ.
Πες μου τώρα, πώς γνώρισες τον άντρα σου;
Ο άντρας μου έμενε ακριβώς πάνω από το εστιατόριο που δούλευα. Εδώ μένουμε και μαζί πλέον. Ερχόταν λοιπόν για να φάει, για να πιει ποτό στο μπαρ, και πιάσαμε συζήτηση. Εγώ αγαπώ πολύ και τα σκυλιά – ερχόταν με το σκυλάκι του, τη Λούνα- οπότε έτσι αρχίσαμε να μιλάμε, γιατί ήθελα να παίξω με το σκυλί. Και κάπως μαγικά έγιναν όλα. Παντρευτήκαμε στους 7 μήνες γνωριμίας.

Η ισορροπημένη προσωπική σου ζωή έχει παίξει ρόλο σε αυτό που είσαι σήμερα; Μια γυναίκα δυνατή, συνειδητοποιημένη…
100%. Πάντα ήξερα ότι είμαι μόνη, ότι δεν θα με βοηθήσει κανείς και ότι πρέπει να δουλέψω σκληρά για να τα καταφέρω. Όταν λοιπόν βρήκα τον άνθρωπό μου, ο οποίος μου είπε ότι είμαι εγώ εδώ για εσένα… (κλαίει από συγκίνηση).
Ο άντρας μου με βοήθησε πολύ να γίνω καλύτερος άνθρωπος, να αντλήσω δύναμη από τον εαυτό μου και να κάνω πράγματα. Γι΄αυτό λέω σε όλες τις γυναίκες «να βρείτε κάποιον που να σας στηρίζει κυριολεκτικά σε αυτά που θέλετε να κάνετε, όχι κάποιον που να σας πηγαίνει πίσω».
Στο Instagram σου αναφέρεις συχνά ότι «έφτιαξα το σώμα των ονείρων μου». Είχες θέμα με την εμφάνισή σου;
Πάντα είχα θέμα με την εμφάνισή μου. Σε αυτό, δυστυχώς, έπαιξε ρόλο το ότι μεγάλωσα σε μια κοινωνία που στα 90s και στα 00s είχε άλλα πρότυπα. Τότε της μόδας ήταν το skinny. Εγώ έχω καμπύλες και πάντα ένιωθα ότι πρέπει να κάνω δίαιτα. Ένιωθα ότι είμαι χοντρή, ενώ δεν ήμουν. Τώρα λοιπόν που έχει μπει η ζωή μου σε τάξη, έχω μια ρουτίνα, πηγαίνω στο γυμναστήριο, δεν ξενυχτάω, δεν πίνω, ακολουθώ μια ισορροπημένη διατροφή, νιώθω ότι έχω το σώμα που πάντα ήθελα να έχω. Καλώς ή κακώς, στο παρελθόν, λόγω της πολλής δουλειάς, δεν μπορούσα να έχω αυτό το πρόγραμμα.
Σε άλλο βίντεο έχεις πει ότι βρήκες τον Θεό. Παλιά δεν πίστευες;
Μεγάλωσα σε μια οικογένεια που πηγαίναμε κάθε Κυριακή στην εκκλησία. Τότε, έλεγα «πάμε» για να μην γκρινιάζει η μαμά και η γιαγιά. Το έβλεπα ως αγγαρεία. Όταν μετακόμισα στην Αμερική και όλα ήρθαν βολικά – γιατί δεν αντιμετώπισα ιδιαίτερες δυσκολίες – άρχισα να πιστεύω ότι υπάρχει κάτι Ανώτερο. Μέχρι τότε, έλεγα ότι δεν υπάρχει Θεός, αν υπάρχει γιατί γίνονται τόσο άσχημα πράγματα, γιατί υπάρχουν αρρώστιες, γιατί να περνάω δύσκολα; Τώρα που έχουν γίνει όσα ονειρευόμουν όταν ήμουν 15-16 ετών, κάπως άρχισα να πιστεύω. Τώρα… είναι Θεός, είναι κάρμα, είναι ο παππούς μου που πέθανε και με προσέχει από τον ουρανό; Δεν ξέρω.
Από όσα έχεις πετύχει, για τι νιώθεις πιο περήφανη;
Νιώθω περήφανη, γιατί έχω τρόπους και μεγάλωσα σωστά. Ξέρω ότι δεν έχω κάνει ποτέ κακό σε κάποιον. Ό,τι έχω καταφέρει, το κατάφερα με το σπαθί μου, χωρίς να πατήσω επί πτωμάτων. Έτσι μετράω την επιτυχία.
Γι΄αυτό και πάντα σκέφτομαι, οτιδήποτε και να κάνω, τι θα έλεγε η οικογένειά μου για αυτό. Θα ήταν περήφανη για τον χαρακτήρα μου, για το ποια είμαι αυτήν τη στιγμή;

Αν τώρα ένας άνθρωπος διαβάζει αυτές τις γραμμές, και είναι διαφορετικός, όπως ήσουν εσύ στη γειτονιά σου στη Θεσσαλονίκη, νιώθει μόνος και δεν έχει οικονομική άνεση, τι θα του έλεγες;
Πρέπει να πιστεύουμε στον εαυτό μας, γιατί ανεξάρτητα από ό,τι βλέπουμε στα social media, το overnight success δεν υπάρχει. Όλοι περνάμε από δύσκολες φάσεις, κανένας δεν είναι τέλειος. Πρέπει να προσπαθούμε κάθε μέρα για να πετύχουμε αυτό που ονειρευόμαστε. Πάντα πιστεύω ότι ο επιμένων νικά και κάποια στιγμή θα βάλει τα γυαλιά σε όλους. Όλα θα γίνουν, την ώρα που πρέπει να γίνουν.