Ενέσιμα αδυνατίσματος: Μπορούμε να αλλάξουμε το σώμα μας χωρίς να αλλάξουμε τη σχέση μας με το φαγητό; Η ειδικός απαντά
Τα τελευταία χρόνια, τα ενέσιμα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας έχουν δημιουργήσει νέες προοπτικές για ανθρώπους που προσπαθούν επί χρόνια να διαχειριστούν το βάρος τους. Περιορίζοντας την όρεξη και ενισχύοντας το αίσθημα κορεσμού, μπορούν να συμβάλουν σε σημαντική απώλεια βάρους, προσφέροντας μια ουσιαστική θεραπευτική δυνατότητα.
Ωστόσο, μέσα στον ενθουσιασμό για τα αποτελέσματά τους, μοιάζει να παραβλέπουμε μια κρίσιμη παράμετρο: η σχέση μας με το φαγητό δεν καθορίζεται μόνο από τη βιολογική πείνα.
Τρώμε για να τραφούμε, αλλά πολλές φορές τρώμε και για να ανακουφιστούμε, να ηρεμήσουμε, να ανταμείψουμε τον εαυτό μας ή απλώς επειδή έτσι έχουμε συνηθίσει. Και όταν το φαγητό έχει αποκτήσει έναν τέτοιο ρόλο στη ζωή μας, η μείωση της όρεξης, όσο σημαντική κι αν είναι, δεν αρκεί από μόνη της για να αλλάξει όσα βρίσκονται πίσω από τη διατροφική μας συμπεριφορά.
Όταν το φαγητό γίνεται τρόπος διαχείρισης των συναισθημάτων
Για πολλούς ανθρώπους που αντιμετωπίζουν χρόνια παχυσαρκία ή επαναλαμβανόμενα υπερφαγικά επεισόδια, το φαγητό δεν αποτελεί απλώς μια βιολογική ανάγκη. Είναι παρηγοριά, εκτόνωση, ανταμοιβή, μια προσωρινή διέξοδος από την ένταση της καθημερινότητας. Κοινώς, έχει αντικαταστήσει μηχανισμούς διαχείρισης συναισθημάτων και καθημερινότητας.
Σκέψου τη θεραπευόμενή μου (ας την πούμε Μ.), μια γυναίκα 45 ετών που ταλαιπωρείται από το βάρος της από την εφηβεία. Έχει δοκιμάσει αμέτρητες δίαιτες, έχει χάσει και ξαναπάρει κιλά, κι έχει φτάσει σε πολύ μεγαλύτερο βάρος από ότι ήταν όταν ξεκίνησε τις πρώτες δίαιτες. Κάθε βράδυ, όταν επιστρέφει εξαντλημένη στο σπίτι, καταφεύγει στο φαγητό, είτε επειδή έχει μείνει νηστική όλη μέρα («δεν πρόλαβα, έτρεχα σαν τρελή σήμερα», «έφαγα πολύ προχθές, ας το μαζέψω λιγάκι», «αφού θα φάω το βράδυ μωρέ, άστο το τώρα, δεν πειράζει»), είτε επειδή έχει περάσει μια κουραστική και δύσκολη μέρα και χρειάζεται κάτι να ξεχαστεί, να την κάνει να νιώσει καλύτερα.

Μια επιφανειακή προσέγγιση θα εστίαζε στην έλλειψη αυτοελέγχου. Μια βαθύτερη ψυχολογική διερεύνηση, όμως, μπορεί να αποκαλύψει μια γυναίκα που δυσκολεύεται να θέσει όρια, να εκφράσει τον θυμό της, να αναγνωρίσει τις ανάγκες της. Το φαγητό έχει γίνει ο πιο οικείος και άμεσα διαθέσιμος τρόπος να ανακουφίζεται από όσα συσσωρεύει μέσα στην ημέρα.
Αν ξεκινήσει μια ενέσιμη θεραπεία, είναι πιθανό να περιοριστεί σημαντικά η επιθυμία της για φαγητό. Θα έχει μάθει, όμως, να διαχειρίζεται διαφορετικά την ένταση, τη μοναξιά ή την απογοήτευση;
Το φάρμακο μπορεί να περιορίσει την παρόρμηση για φαγητό. Δεν μπορεί, όμως, από μόνο του να μας διδάξει πώς να διαχειριζόμαστε όσα αισθανόμαστε.
Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στην περίπτωση των υπερφαγικών επεισοδίων, όπου η κατανάλωση μεγάλης ποσότητας τροφής συνοδεύεται από αίσθηση απώλειας ελέγχου και συχνά από έντονη ενοχή ή ντροπή. Το φαγητό λειτουργεί τότε ως ένας μηχανισμός προσωρινής ανακούφισης, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο συναισθηματικής δυσφορίας, υπερφαγίας και ενοχής.
Τα ενέσιμα φάρμακα μπορεί να μειώσουν την ένταση αυτής της συμπεριφοράς. Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι έχουν αντιμετωπιστεί και οι ψυχολογικοί μηχανισμοί που τη συντηρούν.
Η δύναμη της συνήθειας και η διατροφική εκπαίδευση που συχνά μας λείπει
Σε αρκετούς ανθρώπους που παλεύουν χρόνια με το βάρος τους, το ζήτημα δεν είναι απλώς ότι τρώνε περισσότερο από όσο χρειάζονται. Είναι ότι δεν έχουν αναπτύξει μια ουσιαστική κατανόηση του πώς να τρέφονται με τρόπο που να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες του οργανισμού τους.
Γνωρίζουν συχνά τι «απαγορεύεται» και τι «επιτρέπεται», αλλά δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τα σήματα πείνας και κορεσμού, να κατανοήσουν πώς επηρεάζει την όρεξή τους η στέρηση ή να οργανώσουν μια διατροφή που να τους προσφέρει επαρκή θρέψη, ικανοποίηση και ευελιξία. Έχουν εκπαιδευτεί περισσότερο στο να ακολουθούν δίαιτες, παρά στο να κατανοούν το σώμα τους, το πώς λειτουργεί ο οργανισμός μας, τι είναι το «γεύμα», ακόμα και το πώς συνδυάζονται σωστά τα είδη τροφών.
Ο θεραπευόμενός μου ο Τ., 52 ετών με χρόνια παχυσαρκία, παρέλειπε συστηματικά το πρωινό, έτρωγε βιαστικά στη δουλειά κάτι που θα έπαιρνε απ’ έξω, χωρίς να το έχει μελετήσει ή οργανώσει ιδιαίτερα, και κατέληγε να καταναλώνει το μεγαλύτερο μέρος της τροφής του αργά το βράδυ. Στην περίπτωσή του, ναι μεν υπήρχαν δυσκολίες στη διαχείριση των συναισθημάτων και προσωπική καταπίεση σε διάφορους τομείς της ζωής του, όμως δεν επρόκειτο για συναισθηματική υπερφαγία. Αυτό που περιγράφω είναι ένα βαθιά εδραιωμένο μοτίβο, στο οποίο η αποδιοργανωμένη καθημερινότητα, η ελλιπής διατροφική γνώση και η «κακή» συνήθεια αλληλοτροφοδοτούνται.
Αν είχε χρησιμοποιήσει ένα φάρμακο για να μειώσει την όρεξή του, πιθανότατα να είχε περιορίσει τις ποσότητες που κατανάλωνε. Πώς θα μάθαινε όμως πώς να οργανώνει τα γεύματά του, πώς να ανταποκρίνεται στα σήματα του σώματός του ή πώς να δημιουργεί συνήθειες που μπορούν να διατηρηθούν μακροπρόθεσμα.

Εδώ αναδεικνύεται η αξία της ψυχοεκπαίδευσης γύρω από το φαγητό: όχι μιας ακόμη σειράς απαγορεύσεων και διατροφικών κανόνων, αλλά μιας ουσιαστικής διαδικασίας κατανόησης της πείνας, του κορεσμού, της θρέψης, των συναισθηματικών ερεθισμάτων και των μαθημένων συμπεριφορών.
Μιας εκπαίδευσης που βοηθά τον άνθρωπο να ξεχωρίζει τη βιολογική ανάγκη από τη συναισθηματική παρόρμηση και την αυτοματοποιημένη συνήθεια, χωρίς να αντιμετωπίζει το φαγητό ως εχθρό ή τον εαυτό του ως διαρκώς ανεπαρκή. Παράλληλα και πρωτίστως, μαθαίνει να οργανώνει την καθημερινότητά του, τα γεύματά του, στοιχεία τα οποία αυτομάτως προσφέρουν μείωση των υπερφαγικών – αν και όποτε υπάρχουν- επεισοδίων, ενίσχυση της αυτοεκτίμησης (γιατί, επιτέλους, κάτι καταφέρνω) και μείωση του βάρους (αργά, αλλά σταθερά).
Αυτό προϋποθέτει τη συνεργασία ψυχολόγου και κατάλληλα εκπαιδευμένου διαιτολόγου, ώστε η γνώση για τη λειτουργία του οργανισμού να συνδυάζεται με την κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Γιατί η ουσιαστική διατροφική αλλαγή δεν είναι απλώς να μάθουμε να τρώμε λιγότερο. Είναι να μάθουμε να τρεφόμαστε καλύτερα, κατανοώντας τι χρειάζεται το σώμα μας και πώς μπορούμε να το προσφέρουμε αυτό.
Όταν αλλάζουν τα κιλά, αλλά όχι η εικόνα του εαυτού
Φαντάσου μια γυναίκα που έχει περάσει 20 χρόνια αποφεύγοντας τον καθρέφτη, τις φωτογραφίες, την παραλία. Έχει μεγαλώσει με σχόλια για την εμφάνισή της και έχει συνδέσει την προσωπική της αξία με τον αριθμό στη ζυγαριά και την εικόνα της. Καταφέρνει, λοιπόν, μέσα από τη φαρμακευτική θεραπεία να χάσει σημαντικό βάρος. Οι γύρω της τη συγχαίρουν, εκείνη όμως εξακολουθεί να αισθάνεται ανεπαρκής. Φοβάται μήπως ξαναπάρει κιλά, παρατηρεί διαρκώς το σώμα της και δυσκολεύεται να αποδεχτεί την εικόνα της.
Το σώμα της έχει αλλάξει, κι όσο κι αν χαίρεται γι’ αυτό, πρέπει να αλλάξει κι ο τρόπος που έχει μάθει να το αντιλαμβάνεται. Η συμφιλίωση με το σώμα δεν προκύπτει υποχρεωτικά όταν αυτό αποκτήσει τις επιθυμητές διαστάσεις. Είναι μια ξεχωριστή ψυχολογική διεργασία, που απαιτεί να επαναπροσδιορίσουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την αξία και τη φροντίδα του εαυτού μας. Η ντροπή, η αυτοκριτική και η πεποίθηση ότι «θα αξίζω όταν αδυνατίσω» δεν εξαφανίζονται αυτομάτως με την απώλεια βάρους.
Φαντάστηκες μια γυναίκα, όχι επειδή δεν ισχύουν κάποια από τα παραπάνω για έναν άντρα, αλλά γιατί οι γυναίκες έχουμε και τον επιβαρυντικό παράγοντα του περιβάλλοντος συνεχούς αξιολόγησης στο οποίο ζούμε. Συνεχής αξιολόγηση για την εξωτερική μας εμφάνιση συνολικά, η οποί δρα επιβαρυντικά σε οποιαδήποτε τέτοια διαδικασία «συμφιλίωσης».

Τι συμβαίνει όταν η όρεξη επιστρέψει;
Η παχυσαρκία είναι μια χρόνια, πολυπαραγοντική νόσος, στην οποία εμπλέκονται βιολογικοί, γενετικοί, περιβαλλοντικοί και ψυχολογικοί παράγοντες. Γι’ αυτό και η διατήρηση της απώλειας βάρους αποτελεί σύνθετη πρόκληση.
Οι μελέτες δείχνουν ότι μετά τη διακοπή ορισμένων ενέσιμων θεραπειών παρατηρείται συχνά σημαντική επαναπρόσληψη βάρους, γεγονός που σχετίζεται και με την επανεμφάνιση βιολογικών μηχανισμών ρύθμισης της όρεξης.
Αν, παράλληλα, δεν έχουν αλλάξει οι παγιωμένες διατροφικές συνήθειες και οι τρόποι συναισθηματικής διαχείρισης, ο άνθρωπος μπορεί να βρεθεί ξανά αντιμέτωπος με τις ίδιες δυσκολίες.
Δεν είναι βέβαιο ότι αυτό θα συμβεί σε όλους, ούτε ότι τα υπερφαγικά επεισόδια θα επιστρέψουν εντονότερα. Είναι, όμως, ένας υπαρκτός κίνδυνος όταν η θεραπεία περιορίζεται αποκλειστικά στη φαρμακευτική καταστολή της όρεξης.
Είναι μεγάλη παγίδα να θεωρήσουμε ότι επειδή μια συμπεριφορά έχει προσωρινά περιοριστεί, έχουμε αντιμετωπίσει και όλους τους παράγοντες που τη συντηρούσαν.
Δεν αρκεί να αλλάξει η όρεξη. Χρειάζεται να αλλάξει και η σχέση μας με το φαγητό.
Τα ενέσιμα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας δεν είναι μια ασήμαντη ή επιφανειακή παρέμβαση. Για πολλούς ανθρώπους αποτελούν μια σημαντική ιατρική θεραπεία, η οποία μπορεί να προσφέρει ουσιαστικά οφέλη στην υγεία και στην ποιότητα ζωής τους.

Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να τα αντιμετωπίσουμε ανταγωνιστικά προς την ψυχολογική παρέμβαση, όμως πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι εξυπηρετούν διαφορετικές, συχνά συμπληρωματικές ανάγκες.
Η φαρμακευτική θεραπεία μπορεί να βοηθήσει στη ρύθμιση της όρεξης. Η ψυχοθεραπεία και η ψυχοεκπαίδευση μπορούν να βοηθήσουν τον άνθρωπο να κατανοήσει γιατί τρώει, πώς έχουν διαμορφωθεί οι συνήθειές του, πώς ανταποκρίνεται στα συναισθήματά του και πώς μπορεί να οικοδομήσει μια πιο λειτουργική σχέση με τη διατροφή και το σώμα του.
Η ουσιαστική αλλαγή δεν εξαντλείται στον αριθμό των κιλών που χάνονται. Περιλαμβάνει τη δυνατότητα να αναγνωρίζουμε τις ανάγκες μας, να διαχειριζόμαστε τη δυσφορία μας χωρίς να καταφεύγουμε αυτομάτως στο φαγητό, να τρεφόμαστε με γνώση και όχι με ενοχή και να φροντίζουμε το σώμα μας χωρίς να βρισκόμαστε διαρκώς σε σύγκρουση μαζί του. Κι αυτός είναι ο τρόπος να διατηρηθεί το αποτέλεσμα της ίδιας της αγωγής.
Γιατί άλλο είναι να τρώμε λιγότερο επειδή δεν πεινάμε και άλλο να έχουμε μάθει να τρώμε με τρόπο που πραγματικά μας φροντίζει.
Το πρώτο μπορεί να το διευκολύνει ένα φάρμακο. Το δεύτερο απαιτεί γνώση, επίγνωση, εκπαίδευση και μια βαθύτερη αλλαγή στη σχέση με τον εαυτό μας.