Γιατί πηγαίνουμε σήμερα στον ψυχολόγο; Η ειδικός αναλύει τους 4 πιο συχνούς λόγους

Γιατί πηγαίνουμε σήμερα στον ψυχολόγο; Η ειδικός αναλύει τους 4 πιο συχνούς λόγους
Drazen Zigic/magnific


Κάθε χρόνο, η Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας τιμάται στις 10 Οκτωβρίου και μας δίνει μια αφορμή να μιλήσουμε περισσότερο για την ψυχική υγεία. Σήμερα, λοιπόν, θα ήθελα να σας δώσω τη δυνατότητα να δείτε μέσα από τα δικά μου μάτια, ως ψυχολόγου και ψυχοθεραπεύτριας, τους ανθρώπους  που κάθονται καθημερινά δίπλα μου, με μια ματιά στις ιστορίες που ακούω περισσότερο κι ίσως κάπου εκεί αναγνωρίσετε τον εαυτό σας, σήμερα ή σε κάποια άλλη χρονική περίοδο…

Τα τελευταία χρόνια βλέπω ανθρώπους περισσότερο ενημερωμένους γύρω από την ψυχική υγεία και πολύ πιο πρόθυμους να ζητήσουν βοήθεια σε σχέση με το παρελθόν. Αυτό είναι μια σημαντική αλλαγή. Ταυτόχρονα, όμως, βλέπω και ανθρώπους εξαντλημένους από τις απαιτήσεις της καθημερινότητας, μπερδεμένους, μέσα σε έναν τεράστιο όγκο πληροφοριών και συχνά χωρίς έναν σταθερό εσωτερικό άξονα για το πώς θέλουν να ζήσουν, να σχετιστούν, να μεγαλώσουν τα παιδιά τους.

Αυτοί είναι οι 4 πιο συχνοί λόγοι για τους οποίους οι άνθρωποι έρχονται στις μέρες μας στο δωμάτιο της ψυχοθεραπείας.

1) «Πώς να είμαι καλός γονιός χωρίς να πληγώσω το παιδί μου;»

Ένα μεγάλο μέρος των ανθρώπων που έρχονται στο γραφείο μου είναι γονείς. Και πολλές φορές δεν έρχονται επειδή υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα ή μια διάγνωση στο παιδί, έρχονται γιατί δεν ξέρουν πια τι είναι «σωστό».

Στις μικρότερες ηλικίες, τα θέματα επαναλαμβάνονται: όρια, ξεσπάσματα, συμπεριφορά, ύπνος, αυτονομία, προσαρμογή στο σχολείο, δυσκολία αποχωρισμού. Πίσω όμως από το συγκεκριμένο ερώτημα —«τι να κάνω όταν δεν με ακούει;»— συχνά υπάρχει μια πολύ μεγαλύτερη αγωνία: Μήπως κάνω κάτι που θα του κάνει κακό;

Η σύγχρονη γονεϊκότητα έχει επηρεαστεί από ένα σημαντικό και, κατά τη γνώμη μου, θετικό μήνυμα: να σεβόμαστε το παιδί, να ακούμε το συναίσθημά του, να μην το ταπεινώνουμε, να μην απαιτούμε υπακοή μέσα από τον φόβο. Η φιλοσοφία του gentle parenting και γενικότερα η στροφή προς μια γονεϊκότητα περισσότερο συνδεδεμένη με τις ανάγκες του παιδιού έχουν προσφέρει πολλά.

Ψυχοθεραπεία
MART PRODUCTION/pexels

Στην πράξη, όμως, βλέπω συχνά γονείς που δυσκολεύονται να βρουν ισορροπία μεταξύ σεβασμού και ορίων.

Φοβούνται να πουν «όχι». Φοβούνται τη ματαίωση του παιδιού. Προσπαθούν να εξηγήσουν τα πάντα, να διαπραγματευτούν τα πάντα, να αποτρέψουν κάθε δυσάρεστο συναίσθημα. Και κάπως έτσι, η πρόθεση να μεγαλώσουμε παιδιά με σεβασμό μπορεί να μετατραπεί σε μια εξαντλητική προσπάθεια να είναι το παιδί συνεχώς ικανοποιημένο.

Όμως το παιδί δεν χρειάζεται έναν γονιό που δεν θα το απογοητεύσει ποτέ, χρειάζεται έναν γονιό που θα αντέξει την απογοήτευσή του, που θα μπορεί να πει «καταλαβαίνω ότι θυμώνεις» και ταυτόχρονα «αυτό όμως δεν μπορεί να γίνει». Η αποδοχή του συναισθήματος και το όριο δεν είναι αντίθετες έννοιες. Μπορούν —και χρειάζεται— να συνυπάρχουν.

2) Και μετά έρχεται η εφηβεία – μαζί με έναν ολόκληρο ψηφιακό κόσμο

Στους εφήβους η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη.

Το κινητό και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι έφηβοι επικοινωνούν, συγκρίνονται, ερωτεύονται, τσακώνονται, απορρίπτονται, αναζητούν αποδοχή και διαμορφώνουν την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η τεχνολογία είναι από μόνη της «κακή» ή ότι κάθε έφηβος που περνά πολλές ώρες στο κινητό του θα παρουσιάσει ψυχικές δυσκολίες. Η σχέση ανάμεσα στην ψηφιακή ζωή και την ψυχική υγεία είναι πολύ πιο σύνθετη και συχνά αμφίδρομη.

Ωστόσο, η πραγματικότητα που βλέπουμε χρειάζεται προσοχή. Τα δεδομένα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας δείχνουν ότι η προβληματική χρήση των social media στους εφήβους στην ευρωπαϊκή περιφέρεια αυξήθηκε από 7% το 2018 σε 11% το 2022.

Στη δική μου καθημερινότητα βέβαια, στο γραφείο μου, τα ποσοστά αποκτούν πρόσωπο.

Βλέπω εφήβους που κοιμούνται με το κινητό δίπλα τους, που συγκρίνουν το σώμα, τη ζωή και τη δημοτικότητά τους με μια ατελείωτη ροή εικόνων. Παιδιά που μπορεί να βρίσκονται μαζί, αλλά μεγάλο μέρος της αλληλεπίδρασής τους να συμβαίνει μέσα από μια οθόνη. Βλέπω άγχος, μοναξιά, δυσκολίες στην αυτοεικόνα, στον ύπνο, στις σχέσεις.

Και απέναντί τους, βλέπω γονείς που νιώθουν ότι πρέπει να διαχειριστούν έναν κόσμο στον οποίο τα παιδιά τους πολλές φορές κινούνται με μεγαλύτερη άνεση από τους ίδιους.

ψυχοθεραπεία
magnific

Το ερώτημα τότε δεν είναι απλώς «πόσες ώρες οθόνη επιτρέπονται;». Είναι πώς θα παραμείνει ο γονιός παρών, πώς θα βάλει όρια χωρίς να μετατρέψει το σπίτι σε πεδίο μάχης, πώς θα ενδιαφερθεί πραγματικά για την ψηφιακή ζωή του παιδιού του αντί να τη βλέπει μόνο ως εχθρό. Και κυρίως, πώς θα κρατήσει ανοιχτή τη σχέση μαζί του σε μια ηλικία κατά την οποία ο έφηβος χρειάζεται ταυτόχρονα να απομακρυνθεί, αλλά να ξέρει ότι ο γονιός του παραμένει εκεί.

Παράλληλα, αυτή είναι μια συνθήκη που παρουσιάζει την εξής ευκαιρία για τα ίδια τα παιδιά στην εφηβεία: Όταν ζητούν τα ίδια βοήθεια, μπορούμε πλέον οι ειδικοί να τα «εξοπλίσουμε» επαρκώς με τα εφόδια να διαχειρίζονται τον εσωτερικό τους κόσμο και τα εξωγενή ερεθίσματα!

Να έχετε στον νου σας πως όλες οι συνθήκες- όσο δυσμενείς κι αν είναι- έρχονται και με μια ευκαιρία, με μια δυνατότητα. Αρκεί να μπορούμε να τη δούμε και να τηναξιοποιήσουμε.

3) Οι γυναίκες που προσπαθούν να χωρέσουν παντού

Μια άλλη πολύ μεγάλη κατηγορία ανθρώπων που συναντώ είναι γυναίκες —και φυσικά άνδρες— που φτάνουν στη θεραπεία εξαιτίας μιας σχέσης ή ενός γάμου που βρίσκεται σε κρίση.

Στις γυναίκες, όμως, ακούω πολύ συχνά μια συγκεκριμένη μορφή εξάντλησης.

Οι ρόλοι της γυναίκας έχουν αλλάξει σημαντικά μέσα σε λίγες δεκαετίες. Η γυναίκα σήμερα εργάζεται, έχει καριέρα, προσωπικές φιλοδοξίες, οικονομική συμμετοχή και συχνά σημαντική ή ισότιμη ευθύνη για τη συντήρηση του νοικοκυριού. Και αυτή είναι μια τεράστια κοινωνική κατάκτηση.

Δεν σημαίνει όμως ότι εξαφανίστηκαν αυτομάτως όλες οι προηγούμενες προσδοκίες.

Ψυχοθεραπεία
https://kaboompics.com//pexels

Αρκετές γυναίκες που με εμπιστεύονται αισθάνονται ότι πρέπει να είναι ταυτόχρονα καλές επαγγελματίες, διαθέσιμες μητέρες, σύντροφοι, κόρες ηλικιωμένων γονιών, φίλες, οργανώτριες της οικογενειακής ζωής — και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά να φροντίζουν τον εαυτό τους, το σώμα τους, την κοινωνική τους ζωή και φυσικά τη σχέση τους.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι γυναίκες απέκτησαν περισσότερες επιλογές, αλλά αυτό που συμβαίνει όταν οι νέες δυνατότητες προστίθενται πάνω στις παλιές απαιτήσεις χωρίς να αναδιανέμονται αντίστοιχα οι ευθύνες, ο χρόνος και το ψυχικό φορτίο.

Και αυτό αλλάζει αναπόφευκτα τη δυναμική του ζευγαριού.

Στο θεραπευτικό δωμάτιο ακούω συχνά παράπονα που στην επιφάνεια αφορούν πρακτικά ζητήματα: ποιος κάνει περισσότερα στο σπίτι, ποιος ασχολείται με τα παιδιά, ποιος έχει περισσότερο προσωπικό χρόνο. Πίσω από αυτά, όμως, συνήθως βρίσκονται βαθύτερα ερωτήματα: Με βλέπεις; Με υπολογίζεις; Είμαστε ακόμη ομάδα; Έχω χώρο μέσα σε αυτή τη σχέση ή υπάρχω μόνο μέσα από τους ρόλους μου;

Και όταν οι δύο αυτοί άνθρωποι που είναι ζευγάρι γίνονται γονείς, η σχέση δεν παύει να υπάρχει, αλλάζει. Και αν δεν υπάρξει χώρος να ώστε να γίνει επαναδιαπραγμάτευση των ρόλων,  οι υποχρεώσεις, οι ανάγκες και οι προσδοκίες δημιουργούν συχνά απόσταση. Αυτή η απόσταση, λοιπόν, μεγαλώνει σχεδόν αθόρυβα, κι εκεί κάπου η συνειδητοποίηση ίσως αποτελέσει κίνητρο για βοήθεια.

4) «Παίρνω αγωγή, αλλά νιώθω ότι πρέπει να κάνω και κάτι άλλο»

Στο σύνολο του Δυτικού κόσμου, παρατηρείται την τελευταία πενταετία έξαρση στην χρήση ψυχοφαρμάκων. Το «overmedication», όπως αναφέρεται, είναι έχει να κάνει και με την εύκολη και -ίσως, ανά περίπτωση- περιττή χρήση τους, αλλά και με την ποσότητα και τη χρονιότητα της χρήσης.

Κάποιοι έχουν περάσει χρόνια με έντονο άγχος, κρίσεις πανικού, καταθλιπτικά συμπτώματα, δυσκολίες στον ύπνο ή στη λειτουργικότητά τους χωρίς να έχουν ζητήσει συστηματική βοήθεια, οπότε, όταν – με τις κατάλληλες συνθήκες πίεσης- το σύμπτωμα εντείνεται σημαντικά, αισθάνονται ότι δεν μπορούν να συνεχίσουν με τον ίδιο τρόπο και ζητούν άμεση ανακούφιση.

Η πανδημία λειτούργησε για πολλούς ανθρώπους σαν ένας τεράστιος μεγεθυντικός φακός. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας υπολόγισε ότι μόνο μέσα στον πρώτο χρόνο της πανδημίας η παγκόσμια συχνότητα άγχους και κατάθλιψης αυξήθηκε κατά περίπου 25%. Στην Ελλάδα, παράλληλα, η κατανάλωση αντικαταθλιπτικών παρουσιάζει σημαντική μακροχρόνια άνοδο, όπως και η χρήση αγχολυτικών.

Η φαρμακευτική αγωγή, όταν ενδείκνυται και χορηγείται από τον κατάλληλο γιατρό, μπορεί να είναι πολύτιμη. Δεν χρειάζεται ούτε να τη φοβόμαστε ούτε να τη στιγματίζουμε. Δεν αποτελεί όμως πάντοτε ολόκληρη την απάντηση. Η φράση: «Έχω ξεκινήσει φαρμακευτική αγωγή, αλλά νιώθω ότι χρειάζομαι και ψυχοθεραπεία», δείχνει πως είμαστε στο σωστό δρόμο να φροντίσουμε τον εαυτό μας.  Γιατί πίσω από ένα σύμπτωμα υπάρχει ένας άνθρωπος, με την ιστορία του, τις σχέσεις του, την αντίληψη του εαυτού του, τη διαχείριση της απώλειας, τη; απόρριψης, της πίεσης, των  απαιτήσεων. Υπάρχουν σχέσεις, οικογενειακά μοτίβα, φόβοι, ανάγκες και επιλογές. Όλα αυτά χρειάζονται χώρο για να ειπωθούν και να κατανοηθούν, θέλουν θεραπευτική φροντίδα.

Το μήνυμα λοιπόν είναι πάντα και για όλες τις περιπτώσεις, αν όχι η πρόληψη, η έγκυρη αντιμετώπιση. Μην αφήνετε τις καταστάσεις που αναγνωρίζετε να φτάσουν σε κρίση, να φτάσουν στο «απροχώρητο», ό,τι κι αν σημαίνει αυτό για τον καθένα.

Ψυχοθεραπεία
MART PRODUCTION/pexels

Ίσως τελικά αυτό σημαίνει να φροντίζουμε την ψυχική μας υγεία

Αν υπάρχει κάτι κοινό στους πολύ διαφορετικούς ανθρώπους που συναντώ στο γραφείο μου, είναι ότι συνήθως δεν έρχονται επειδή «δεν τα κατάφεραν».

Έρχονται επειδή ο τρόπος με τον οποίο κατάφερναν μέχρι σήμερα να ισορροπούν τη ζωή τους δεν λειτουργεί πια.

Ο γονιός χρειάζεται να ξαναβρεί τον ρόλο του μέσα σε μια εποχή υπερπληροφόρησης. Ο έφηβος χρειάζεται πραγματικές σχέσεις και σταθερούς ενήλικες σε έναν κόσμο που δεν κλείνει ποτέ την οθόνη του. Το ζευγάρι χρειάζεται να επαναδιαπραγματευτεί τι σημαίνει συντροφικότητα όταν οι παλιοί ρόλοι αλλάζουν. Η γυναίκα —και ο άνδρας— χρειάζεται να αναρωτηθεί πόσα μπορεί πραγματικά να χωρέσει στη ζωή του χωρίς να εξαφανιστεί ο ίδιος μέσα στις υποχρεώσεις του. Και ο άνθρωπος που υποφέρει από άγχος ή κατάθλιψη χρειάζεται κάτι περισσότερο από την προτροπή «σκέψου θετικά» ή «προσπάθησε να χαλαρώσεις».

Αυτό που έχω μάθει μέσα από τη δουλειά μου είναι ότι η ψυχική υγεία δεν σημαίνει μια ζωή χωρίς δυσκολία, σύγκρουση, ματαίωση ή πόνο.

Σημαίνει να μπορούμε να αναγνωρίζουμε τι μας συμβαίνει. Να αντέχουμε τα συναισθήματά μας χωρίς να χρειάζεται πάντα να τα εξαφανίσουμε. Να ζητάμε βοήθεια πριν η δυσκολία γίνει αδιέξοδο. Να βάζουμε όρια χωρίς να χάνουμε τη σύνδεση. Να μπορούμε να είμαστε κοντά στους άλλους χωρίς να εγκαταλείπουμε τον εαυτό μας.

Υπάρχει ορολογία βέβαια για το παραπάνω, λέγεται «ψυχική ανθεκτικότητα»!

Και ίσως αυτό είναι το μήνυμα που θα ήθελα περισσότερο να κρατήσουμε με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ψυχικής Υγείας:

Δεν χρειάζεται να περιμένουμε να καταρρεύσουμε για να ασχοληθούμε με την ψυχική μας υγεία.

Μπορούμε να αρχίσουμε πολύ νωρίτερα — από τη στιγμή που θα τολμήσουμε να αναρωτηθούμε, με ειλικρίνεια, «πώς είμαι πραγματικά μέσα στη ζωή που ζω;».