Γιώργος Μαζωνάκης: Γιατί μας πονάει τόσο η απώλεια κάποιου που δεν γνωρίζαμε προσωπικά;

Γιώργος Μαζωνάκης: Γιατί μας πονάει τόσο η απώλεια κάποιου που δεν γνωρίζαμε προσωπικά;
Instagram/georgemazonakis

«Μα δεν τον γνώριζες προσωπικά… γιατί πονάς τόσο;». Ίσως αυτή να είναι η πιο άδικη ερώτηση ενός ανθρώπου απέναντι σε κάποιον που συγκινείται ή πενθεί με την απώλεια ενός δημοφιλούς προσώπου, όπως ο Γιώργος Μαζωνάκης. Γιατί δεν χρειάζεται απαραίτητα να έχεις καθίσει απέναντι από έναν άνθρωπο για να γίνει μέρος της ζωής σου.

Δεν χρειάζεται να γνωρίσεις κάποιον για να γίνει κομμάτι σου

Μπορεί να μην ξέρεις πώς γελούσε όταν ήταν μόνος. Μπορεί να μην ξέρεις τι φοβόταν, τι ονειρευόταν, τι κουβαλούσε μέσα του. Κι όμως η φωνή του μπορεί να έχει γνωρίσει εσένα.

Να έχει υπαρξει εκεί σε έναν έρωτα. Σε έναν χωρισμό. Σε μια δύσκολη νύχτα. Σε ένα αυτοκίνητο γυρίζοντας σπίτι. Σε μια παρέα που σήμερα δεν υπάρχει. Σε μια ηλικία που δεν θα επιστρέψει.

Και κάπως έτσι, όταν συμβαίνει κάτι σε έναν άνθρωπο σαν τον Γιώργο Μαζωνάκη, δεν αντιδρούμε μόνο όσον αφορά εκείνον.

Αντιδρούμε απέναντι σε όσα συμβολίζει για εμάς.

Η παρακοινωνική σχέση εξηγεί γιατί πονάμε για τον Γιώργο Μαζωνάκη

Στην ψυχολογία υπάρχει ο όρος παρακοινωνική σχέση: ο συναισθηματικός δεσμός που δημιουργούμε με ένα δημόσιο πρόσωπο με το οποίο δεν υπάρχει προσωπική, αμφίδρομη γνωριμία. Η σχέση αυτή μπορεί να γίνει κομμάτι της καθημερινότητάς μας και η απώλειά της να προκαλέσει αυθεντικό συναίσθημα πένθους. Σύγχρονες μελέτες δείχνουν μάλιστα ότι το πένθος αυτό μπορεί να είναι ιδιαίτερα έντονο όταν η υποκειμενική αίσθηση εγγύτητας είναι μεγάλη.

Και τότε καταλαβαίνεις κάτι που ίσως ποτέ δεν είχες σκεφτεί.

Δεν κλαις μόνο για τον Μαζωνάκη.

Κλαις για τον εαυτό σου που κάποτε τραγουδούσε τα τραγούδια του.

Για εκείνον τον άνθρωπο που ήσουν όταν άκουγες «Ανήκω σε μένα» και προσπαθούσες να ξαναβρείς τον εαυτό σου.

Για τις «Ώρες Μικρές» που έγιναν μεγάλες ανάμνησεις.

Για όλα εκείνα που νόμιζες κάποτε πως θα κρατήσουν για πάντα και τελικά έμειναν «Κίτρινο γράμμα στο συρτάρι».

Για ένα «Μου λείπεις» που δεν ειπώθηκε ποτέ.

Για «Ένα κενό» όταν ένιωθες πλήρη αποσταθεροποίηση.

Για όλες εκείνες τις φορές που η μουσική έγινε η φωνή εκείνων που δεν μπορούσαμε εμείς να πούμε.

Η μουσική μάς θυμίζει εκδοχές του εαυτού μας

Και ίσως αυτό είναι το πιο συγκλονιστικό με τη μουσική.

Δεν μας συγκινούν απλά τα τραγούδια, αλλά η θύμιση της εκδοχής του εαυτού μας όταν τα άκουγε.

Γι’ αυτό η απώλεια ενός γνωστού προσώπου μπορεί να ανοίξει μέσα μας πόρτες που δεν περιμέναμε ποτέ να ανοίξουν. Μας θυμίζει ανθρώπους που χάσαμε, σχέσεις που τελείωσαν, νιάτα που πέρασαν, εκδοχές του εαυτού μας που δεν υπάρχουν πια.

Μα πάνω απ’ όλα, μας θυμίζει τη θνητότητά μας, το εφήμερο της ζωής, τη φθαρτότητα της δικής μας ύπαρξης.

Η απώλεια του Γιώργου Μαζωνάκη μάς θυμίζει τη δική μας θνητότητα

Ο θάνατος ενός δημόσιου προσώπου λειτουργεί σαν καθρέφτης. Κοίταμε εκείνον και χωρίς να το καταλάβουμε βλέπουμε για λίγο τη δική μας ζωή. Τον χρόνο που περνά. Τους ανθρώπους που αγαπάμε. Οσα αναβάλλαμε να πούμε. ΟΣΑ θεωρήσαμε δεδομένα.

Ίσως για αυτό πονάμε. Επειδή, με έναν παράξενο τρόπο, νιώθουμε πως κάτι δικό μας υπήρχε μέσα στην παρουσία του.

Και όταν ένας άνθρωπος έχει γίνει soundtrack μιας ολόκληρης εποχής, η απουσία του μοιάζει λίγο σαν να χαμηλώνει η ένταση μιας εποχής που δεν θέλαμε ακόμη να τελειώσει.

Ίσως τελικά το «Έχω περάσει και χειρότερα» να μην αφορά μόνο εκείνον που το τραγούδησε.

Να αφορά κι εμάς.

Εμάς που έχουμε χάσει. Που αγαπήσαμε. Που προδόθηκαμε. Που ξανασηκωθήκαμε. Που συνεχίσαμε.

Και ίσως τελικά αυτός είναι ο λόγος που κάποιοι άνθρωποι, ενώ δεν υπήρξαν ποτέ δικοί μας, μοιάζουν τόσο δικοί μας όταν τους χάνουμε.

Που ενώ δεν τους αγγίξαμε ποτέ, εκείνοι άγγιξαν την ψυχή μας.

Γιώργος Μαζωνάκης
Instagram/georgemazonakis

Μερικές φορές, αρκεί να σε βρει σε μια στιγμή που τον χρειάζεσαι. Να τραγουδήσει αυτό που δεν μπορείς να πεις. Να γίνει η μουσική μιας ζωής που εκείνος δεν έζησε ποτέ μαζί σου αλλά κάπως… βρέθηκε μέσα της.

Και τότε, όταν έρθει η ώρα να τον αποχαιρετίσεις, δεν αποχαιρετάς μόνο εκείνον.

Αποχαιρετάς και λίγο από τον εαυτό σου.

Για αυτό, όταν φεύγει δεν αδειάζει μόνο μια σκηνή.

Αδειάζει ένα δωμάτιο μέσα μας.

Και μένει εκεί πια μόνο η φωνή του, όχι για να μας θυμίζει ότι έφυγε, αλλά για να μας θυμίζει ότι κάποτε, μέσα από ένα τραγούδι, δεν ήμασταν εντελώς μόνοι.

Θα μας λείψει.