Δεν ντράπηκα που την είδα να κλαίει. Ντράπηκα για όσα την οδήγησαν εκεί
Υπάρχουν στιγμές στην τηλεόραση που πέρα από την πολιτική, πέρα από τα κόμματα και τις διαφωνίες, σε αγγίζουν σε ένα πολύ πιο προσωπικό επίπεδο. Σε κάνουν να ξεχνάς για λίγο ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο και να βλέπεις απλώς έναν άνθρωπο που έχει φτάσει στα όριά του.
Αυτό ένιωσα βλέποντας τη Νάντια Γιαννακοπούλου στην εκπομπή «Καλημέρα Ελλάδα», να προσπαθεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της μέσα σε μια έντονη πολιτική αντιπαράθεση με τον Μακάριο Λαζαρίδη και τελικά να ξεσπά σε κλάματα μπροστά στην κάμερα.
Ένιωσα πολύ άσχημα. Όχι επειδή μια γυναίκα έκλαψε δημόσια. Ούτε επειδή είμαι γυναίκα. Αλλά σκέφτηκα πόση ένταση, πόση πίεση και πόση αίσθηση αδικίας μπορεί να έχει συσσωρευτεί μέσα σε έναν άνθρωπο για να φτάσει σε εκείνο το σημείο. Είτε είναι άντρας, είτε είναι γυναίκα.
Η πολιτική αντιπαράθεση είναι μέρος της δημοκρατίας. Οι έντονες διαφωνίες είναι θεμιτές. Οι πολιτικοί οφείλουν να δέχονται την αυστηρή κριτική. Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι όλα επιτρέπονται στο όνομα της αντιπαράθεσης. Υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στο «αμφισβητώ τα επιχειρήματά σου» και στο «σε εξαντλώ ηθικά και συναισθηματικά ενώπιον χιλιάδων τηλεθεατών» για να αποδείξω ότι είμαι πιο δυνατός.
Με ενόχλησε βαθιά η εικόνα μιας γυναίκας που προσπαθούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό της και έφτασε να λυγίσει μπροστά στις κάμερες. Γιατί γνωρίζω, όπως γνωρίζουν πολλές γυναίκες, πόσο συχνά καλούμαστε να αποδείξουμε ότι είμαστε αρκετά δυνατές, αρκετά ψύχραιμες, αρκετά συγκροτημένες, ακόμη και όταν νιώθουμε ότι μας αδικούν.
Αν θυμώσουμε, είμαστε υστερικές. Αν επιμείνουμε, είμαστε επιθετικές. Αν συγκινηθούμε, δεν αντέχουμε την πίεση. Αν κλάψουμε, το δάκρυ μας μπορεί να γίνει το επόμενο αντικείμενο σχολιασμού, αντί να αναρωτηθεί κανείς τι προηγήθηκε για να φτάσουμε εκεί.
Τελικά, πώς ακριβώς επιτρέπεται να αντιδρά μια γυναίκα όταν αισθάνεται προσβεβλημένη; Και γιατί μοιάζει τόσο συχνά να πρέπει να διαχειριστεί όχι μόνο αυτό που της συμβαίνει, αλλά και την εικόνα που θα σχηματίσουν οι άλλοι για την αντίδρασή της;
Δεν θέλω να αντιμετωπίζονται οι γυναίκες ως εύθραυστα πλάσματα που χρειάζονται ειδική μεταχείριση. Θέλω να αντιμετωπίζονται ως ισότιμοι συνομιλητές. Με σεβασμό, ακόμη κι όταν διαφωνούμε μαζί τους. Με την ίδια απαίτηση για επιχειρήματα και την ίδια υποχρέωση για αξιοπρέπεια που θα απαιτούσαμε από οποιονδήποτε άνδρα.
Μπορείς να είσαι δυνατή και να κλάψεις. Μπορείς να είσαι πολιτικός, να έχεις δημόσιο λόγο, να έχεις μάθει να διαχειρίζεσαι την πίεση και παρ’ όλα αυτά να φτάσεις σε ένα σημείο που δεν μπορείς να συγκρατήσεις τη συγκίνησή σου. Δεν είσαι λιγότερο ικανή, λιγότερο σοβαρή ή λιγότερο άξια σεβασμού γι’ αυτό.
Αν κάτι θα ήθελα να κρατήσουμε από αυτή την εικόνα, δεν είναι το κλάμα της Νάντιας Γιαννακοπούλου. Είναι η ανάγκη να αναρωτηθούμε πώς πρέπει να γίνεται ο δημόσιος διάλογος. Στην τηλεόραση, στην πολιτική, στις δουλειές μας, στις σχέσεις μας. Πόσο εύκολα ξεπερνάμε τα όρια όταν θέλουμε να επικρατήσουμε και πόσο συχνά ξεχνάμε ότι απέναντί μας δεν έχουμε έναν αντίπαλο που πρέπει πάση θυσία να ισοπεδώσουμε, αλλά έναν άνθρωπο.
Εν τέλει εκείνος ζήτησε συγγνώμη. Μπράβο του. Το ζήτημα όμως είναι να μη θεωρούμε φυσιολογικό να φτάνει μια δημόσια αντιπαράθεση σε τέτοιο σημείο και μετά να πιστεύουμε ότι όλα διορθώνονται με μια ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Δεν ξέρω τι θα θυμάται ο καθένας από αυτή την τηλεοπτική στιγμή. Εγώ, πάντως, δεν θέλω να θυμάμαι μια γυναίκα που έκλαψε.