Ο ηλικιακός ρατσισμός δεν είναι ρόλος για να κρίνουμε αν παίχτηκε καλά
Υπάρχει κάτι βαθιά προβληματικό στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε ορισμένες φορές τις δημόσιες παρεμβάσεις ανθρώπων που έχουν τη δυνατότητα να περάσουν ένα κοινωνικό μήνυμα σε χιλιάδες ανθρώπους. Ακόμη κι όταν κάποιος επιλέγει να μιλήσει για ένα ζήτημα που μας αφορά όλους, μοιάζει να υπάρχει πάντα ένας πρόθυμος σχολιαστής που θα βρει κάτι να πει για να ακυρώσει την προσπάθειά του. Θα σταθεί στον τόνο της φωνής του, στην έκφρασή του, στον τρόπο που κινείται, στο αν ήταν αρκετά αυθόρμητος ή αν έμοιαζε να παίζει έναν ρόλο. Κάπως έτσι, η ουσία χάνεται. Και μαζί της χάνεται μια ευκαιρία να συζητήσουμε κάτι πραγματικά σημαντικό.
Πριν από λίγες ημέρες, η Μαρία Μπακοδήμου δημοσίευσε ένα βίντεο για τον ηλικιακό ρατσισμό κατά των γυναικών. Μίλησε για το «είσαι γριά» που γράφεται κάτω από μια φωτογραφία, για τα χρόνια που εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ως προσβολή, για την παράλογη κοινωνική απαίτηση οι γυναίκες να μεγαλώνουν με τρόπο σχεδόν αόρατο. Να μη φαίνεται ο χρόνος πάνω τους, να μη διεκδικούν τη νεότητά τους όταν αυτή έχει περάσει, να μη συμπεριφέρονται σαν να δικαιούνται να ερωτεύονται, να δημιουργούν και να κάνουν καινούργια σχέδια σε κάθε ηλικία. Και κατέληξε σε μια φράση που θα έπρεπε να είναι αυτονόητη: δεν πρόκειται να απολογηθεί για τα χρόνια της, γιατί θέλει να ζήσει πολλά ακόμη.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Ένα μήνυμα καθαρό, ανθρώπινο και απολύτως επίκαιρο. Ένα μήνυμα που δεν αφορά μόνο τη Μαρία Μπακοδήμου, αλλά κάθε γυναίκα που έχει βρεθεί αντιμέτωπη με την περιφρόνηση επειδή μεγάλωσε. Κάθε γυναίκα που έχει ακούσει ότι πρέπει να ντύνεται διαφορετικά, να περιορίζεται, να αποσύρεται διακριτικά από το προσκήνιο, λες και η ζωή έχει ημερομηνία λήξης για τις επιθυμίες της.
Κι όμως, στην εκπομπή Happy Day, η Τίνα Μεσσαροπούλου, ενώ δήλωσε ότι συμφωνεί με όσα είπε η παρουσιάστρια, επέλεξε να σχολιάσει ότι η υποκριτική της δεν τη βοήθησε ιδιαίτερα και ότι το βίντεο έμοιαζε φτιαχτό, σαν να υποδυόταν έναν ρόλο. Ο Δημήτρης Παπανώτας, από την πλευρά του, αμφισβήτησε την προσέγγισή της, επισημαίνοντας ότι ο ηλικιακός ρατσισμός δεν αφορά αποκλειστικά τις γυναίκες.
Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι: φυσικά και υπάρχει χώρος για διαφωνία. Φυσικά και κανένας άνθρωπος που εκτίθεται δημόσια δεν δικαιούται να απαιτεί από τους άλλους να συμφωνούν μαζί του. Ούτε η Μαρία Μπακοδήμου ούτε οποιοσδήποτε άλλος. Υπάρχει, όμως, μια τεράστια διαφορά ανάμεσα στο να ασκείς κριτική σε μια άποψη και στο να μεταφέρεις τη συζήτηση από την ουσία ενός κοινωνικού μηνύματος στο αν σου άρεσε ο τρόπος με τον οποίο εκφράστηκε εκείνος που το έφερε στο προσκήνιο.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα. Όταν ένας άνθρωπος με δημόσιο λόγο σχολιάζει μια κοινωνική πρωτοβουλία, δεν σχολιάζει απλώς ένα βίντεο. Συμμετέχει στη διαμόρφωση της συζήτησης που θα ακολουθήσει. Μπορεί να βοηθήσει ένα θέμα να ακουστεί περισσότερο, να δώσει χώρο σε μια συζήτηση που αξίζει να γίνει ή, αντιθέτως, να οδηγήσει το κοινό να ασχοληθεί περισσότερο με το αν ο άνθρωπος που μίλησε ήταν πειστικός παρά με αυτό που είχε να πει.
Αναρωτιέμαι, λοιπόν, τι ακριβώς κερδίσαμε από τη συζήτηση για το αν η Μαρία Μπακοδήμου έμοιαζε να παίζει έναν ρόλο. Ποια γυναίκα που έχει δεχτεί προσβλητικά σχόλια για την ηλικία της αισθάνθηκε ότι βρήκε μια απάντηση στο πρόβλημά της; Ποια από τις γυναίκες που μεγαλώνουν μέσα σε μια κοινωνία που εξακολουθεί να τις κρίνει με βάση την εμφάνισή τους ένιωσε ότι κάποιος στάθηκε πραγματικά δίπλα της; Και κυρίως, γιατί πρέπει να είμαστε τόσο πρόθυμοι να αμφισβητήσουμε τον αγγελιοφόρο, όταν θα μπορούσαμε να αξιοποιήσουμε την αφορμή για να συζητήσουμε το μήνυμα;
Δεν ισχυρίζομαι ότι κάθε κοινωνική πρωτοβουλία είναι υπεράνω κριτικής. Ούτε ότι πρέπει να χειροκροτούμε αυτομάτως κάθε επώνυμο πρόσωπο που αποφασίζει να μιλήσει για ένα ευαίσθητο ζήτημα. Η δημόσια εικόνα δεν εξασφαλίζει ούτε το αλάθητο ούτε την ειλικρίνεια. Όμως, το να θεωρούμε ότι ένα μήνυμα χάνει την αξία του επειδή δεν μας άρεσε ο τρόπος παρουσίασής του είναι ένας εύκολος τρόπος να αποφύγουμε την ουσία.
Και η ουσία, στην προκειμένη περίπτωση, είναι πολύ μεγαλύτερη από ένα βίντεο. Είναι ο ηλικιακός ρατσισμός. Είναι η εμμονή με τη γυναικεία νεότητα. Είναι η διαφορετική αντιμετώπιση που εξακολουθούν να έχουν άντρες και γυναίκες όταν μεγαλώνουν. Είναι η κοινωνική ανοχή σε προσβολές που, αν αφορούσαν κάποια άλλη ευαίσθητη πτυχή της ανθρώπινης ύπαρξης, ίσως να προκαλούσαν πολύ μεγαλύτερη αντίδραση.
Ασφαλώς, και οι άντρες δέχονται ηλικιακά προσβλητικά σχόλια. Αυτό, όμως, δεν αναιρεί την ιδιαίτερη πίεση που ασκείται στις γυναίκες να διατηρούν μια συγκεκριμένη εικόνα, ούτε την αντίληψη ότι η αξία τους μειώνεται όσο απομακρύνονται από τα πρότυπα της νεότητας. Δεν χρειάζεται να διαλέξουμε ποιος υποφέρει περισσότερο για να αναγνωρίσουμε ότι υπάρχουν διαφορετικές κοινωνικές προσδοκίες.
Κι εδώ θα ήθελα να σταθώ λίγο περισσότερο στους ανθρώπους της τηλεόρασης. Στους ανθρώπους που καθημερινά σχολιάζουν, κρίνουν και διαμορφώνουν την επικαιρότητα. Η δύναμη του δημόσιου λόγου δεν βρίσκεται μόνο στο πόσοι σε ακούν, αλλά και στο πώς επιλέγεις να χρησιμοποιήσεις αυτή την προσοχή.
Δεν είναι όλα τα θέματα απλώς μια αφορμή για να γίνει ένα εύστοχο σχόλιο, να ειπωθεί μια ατάκα ή να δημιουργηθεί τηλεοπτική αντιπαράθεση. Ορισμένα θέματα αξίζουν κάτι περισσότερο: λίγη σκέψη, λίγη γενναιοδωρία και, κυρίως, την ικανότητα να ξεχωρίζουμε το ουσιαστικό από το επουσιώδες.
Γιατί είναι πολύ εύκολο να πεις ότι κάποιος δεν ήταν αυθόρμητος. Είναι πολύ πιο δύσκολο να συμβάλεις σε μια συζήτηση που μπορεί να κάνει μια γυναίκα να αισθανθεί λιγότερο μόνη απέναντι σε μια κοινωνική προκατάληψη.
Και υπάρχει κάτι ακόμη που με ενοχλεί. Συχνά απαιτούμε από τις γυναίκες να μιλούν για όσα τις αφορούν, αλλά όταν το κάνουν, βρίσκουμε τρόπο να αμφισβητήσουμε την εμφάνιση, τη φωνή, τις προθέσεις ή την αυθεντικότητά τους. Ακόμη κι όταν το θέμα είναι ακριβώς η ανάγκη να σταματήσουμε να τις κρίνουμε με τέτοιους όρους. Δεν είναι αυτό μια αντίφαση που αξίζει να μας προβληματίσει;
Και το γράφω αυτό χωρίς να έχω λόγο να εμφανίζομαι ως η μεγαλύτερη υποστηρίκτρια της Μαρίας Μπακοδήμου. Το αντίθετο. Στο παρελθόν είχαμε τις δικές μας δημόσιες διαφωνίες και δεν είχαμε την καλύτερη σχέση που θα μπορούσαμε να έχουμε.
ΔΕΣ ΕΔΩ
Η Μαρία Μπακοδήμου δεν χρειάζεται τη δική μου υπεράσπιση. Ούτε χρειάζεται να συμφωνήσουμε μαζί της σε όλα για να αναγνωρίσουμε ότι έφερε στο προσκήνιο ένα υπαρκτό κοινωνικό ζήτημα. Αυτό που χρειάζεται είναι να μη χάνουμε κάθε φορά την ευκαιρία να συζητήσουμε την ουσία, επειδή μας φαίνεται πιο εύκολο ή πιο τηλεοπτικό να σχολιάσουμε το πρόσωπο.
Γιατί, τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν μας έπεισε η Μαρία Μπακοδήμου. Το ερώτημα είναι αν μας ενοχλεί αρκετά ο ηλικιακός ρατσισμός ώστε να μιλήσουμε γι’ αυτόν με σοβαρότητα. Και αν οι άνθρωποι που έχουν βήμα, κοινό και επιρροή δεν μπορούν να αξιοποιήσουν μια τέτοια αφορμή για να φωτίσουν το πρόβλημα, τότε τι ακριβώς περιμένουμε από τον δημόσιο λόγο;
Δεν χρειάζεται να συμφωνούμε με όποιον μιλάει για ένα κοινωνικό ζήτημα. Χρειάζεται, όμως, να έχουμε την ωριμότητα να μην αφήνουμε την κριτική μας για το πρόσωπο να επισκιάζει το ζήτημα. Γιατί, όταν το μήνυμα χάνεται πίσω από την ανάγκη μας να βρούμε το λάθος, το μόνο που καταφέρνουμε είναι να αφήνουμε το ίδιο το πρόβλημα στη θέση του.