Η τηλεόραση δεν είναι ασυλία για κανέναν
Κι εμείς που μιλάμε για τις ζωές των άλλων, ας κοιταχτούμε πρώτα στον καθρέφτη…
Υπάρχει μια λεπτή, αλλά ξεκάθαρη γραμμή ανάμεσα στην ελευθερία της γνώμης και στην προσβολή της αξιοπρέπειας ενός ανθρώπου. Και αυτή η γραμμή δεν εξαφανίζεται επειδή έχεις ένα μικρόφωνο μπροστά σου και μια κάμερα απέναντί σου.
Παρακολουθώντας όσα συνέβησαν ανάμεσα στον Δημήτρη Παπανώτα και τη Φωτεινή Πετρογιάννη, μου γεννήθηκαν διάφορες σκέψεις…
Συμφωνώ με την απόφασή της να υπερασπιστεί τον εαυτό της με τον τρόπο που εκείνη θεωρεί σωστό. Άλλο η κριτική στη δουλειά κάποιου και άλλο τα υπονοούμενα που μπορούν να πλήξουν την επαγγελματική του διαδρομή και την υπόληψή του. Η Φωτεινή έχει κάθε δικαίωμα να αναζητήσει τη δικαίωσή της μέσα από τις νόμιμες διαδικασίες, εφόσον θεωρεί ότι έχει προσβληθεί.
Έχω εργαστεί πολλά χρόνια στην τηλεόραση και γνωρίζω καλά ότι η ένταση πουλάει. Η ατάκα γίνεται τίτλος, η αντιπαράθεση συγκεντρώνει προβολές και η προσβολή μετατρέπεται σε τηλεοπτικό θέαμα. Μόνο που πίσω από κάθε τέτοια δήλωση υπάρχει ένας πραγματικός άνθρωπος, με μια ζωή, μια οικογένεια και μια αξιοπρέπεια που αξίζει τον ίδιο σεβασμό με τη δική μας.
Και επειδή δεν μου αρέσει να μιλάω γενικά και αόριστα, ας πάμε στο συγκεκριμένο πρόσωπο. Ο Δημήτρης Παπανώτας έχει συνδέσει την τηλεοπτική του παρουσία με ένα αιχμηρό, συχνά επιθετικό ύφος σχολιασμού. Αυτό είναι δική του επιλογή. Το πραγματικό ερώτημα, όμως, δεν είναι τι επιλέγει εκείνος να λέει και να δείχνει στον κόσμο. Είναι γιατί όλοι οι υπόλοιποι επιτρέπουμε να ακούγονται τέτοιες απόψεις χωρίς να ανοίγει ρουθούνι.
Ας θυμηθούμε την αντιπαράθεσή του με την Μπέττυ Μαγγίρα και τα σχόλια για την ηλικία της και την επαγγελματική της παρουσία. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο τρόπος με τον οποίο σχολιάζονται γυναίκες στην τηλεόραση γεννά ερωτήματα για τα όρια ανάμεσα στην κριτική και στην απαξίωση.
Κανείς δεν είναι υπεράνω κριτικής, ούτε οι γυναίκες ούτε οι άνδρες. Όταν, όμως, η κριτική ξεφεύγει από τη δουλειά και μετατρέπεται σε προσωπική υποτίμηση, οφείλουμε να αναρωτηθούμε τι ακριβώς επιβραβεύουμε.
Πώς γίνεται να θεωρούμε κάποιους κορυφαίους στη δουλειά τους χωρίς να εξετάζουμε τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούν τη δύναμη που τους δίνει η δημοσιότητα; Από πότε η κακία βαφτίζεται ατάκα, η απαξίωση εξυπνάδα και το προσβλητικό υπονοούμενο τηλεοπτική μαγκιά;
Και εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη ευθύνη: στους ανθρώπους που κάθονται δίπλα μας στο ίδιο πάνελ, στους παρουσιαστές, στους αρχισυντάκτες και στους τηλεοπτικούς σταθμούς που αποφασίζουν τι θα ακουστεί και τι θα αναπαραχθεί. Γιατί ένας άνθρωπος μπορεί να επιλέξει να προκαλεί. Οι υπόλοιποι, όμως, επιλέγουν αν θα αντιμετωπίσουν αυτή την πρόκληση ως κάτι φυσιολογικό.
Πρέπει κάποια στιγμή να σταματήσουμε να συγχέουμε την ελευθερία του λόγου με την ασυδοσία και την αναγνωρισιμότητα με την αξία. Η δημοσιότητα δεν μας κάνει δικαστές των άλλων ούτε μας απαλλάσσει από την ευθύνη των λόγων μας.
Η Φωτεινή επέλεξε να μη μείνει σιωπηλή. Και θεωρώ σημαντικό κάθε άνθρωπος να μπορεί να υπερασπίζεται την αξιοπρέπειά του, ανεξάρτητα από το πόσο γνωστός ή ισχυρός είναι εκείνος που βρίσκεται απέναντί του.
Ίσως, λοιπόν, ήρθε η ώρα να κοιταχτούμε όλοι λίγο περισσότερο στον καθρέφτη. Να αναρωτηθούμε αν θα λέγαμε τα ίδια πράγματα αν απέναντί μας βρισκόταν ένας δικός μας άνθρωπος.
Γιατί το γεγονός ότι κάποιος είναι δημόσιο πρόσωπο δεν σημαίνει ότι η αξιοπρέπειά του είναι δημόσιο αγαθό προς κατανάλωση.
Ας βουτήξουμε, λοιπόν, επιτέλους τη γλώσσα μας στο μυαλό μας. Και ας πάψουμε να χειροκροτούμε την προσβολή επειδή ειπώθηκε με αυτοπεποίθηση.
Κάποια στιγμή πρέπει να μπει ένα φρένο. Όχι στην κριτική. Στην ασυδοσία που βαφτίζεται άποψη.