Η ενσυναίσθηση δεν είναι συνενοχή, Θοδωρή Αθερίδη

Η ενσυναίσθηση δεν είναι συνενοχή, Θοδωρή Αθερίδη


Συχνά δεν ακούμε πια τι λέει ένας άνθρωπος, αλλά ψάχνουμε να βρούμε τι θα μπορούσε να έχει εννοήσει, για να αποφασίσουμε αν πρέπει να τον καταδικάσουμε. Και κάπως έτσι, μια άστοχη ίσως διατύπωση, μια κουβέντα που δεν έγινε στον σωστό χρόνο ή μια σκέψη που δεν εξηγήθηκε όπως θα έπρεπε, αρκεί για να ακυρώσουμε μια ολόκληρη διαδρομή.

Αυτό σκέφτηκα παρακολουθώντας τις αντιδράσεις στις δηλώσεις του Θοδωρή Αθερίδη για την προφυλακισμένη γιατρό που εμπλέκεται στην υπόθεση Γιώργου Μαζωνάκη. Ειλικρινά, δεν πιστεύω ότι ο Θοδωρής Αθερίδης είχε πρόθεση να δικαιολογήσει κανέναν. Ούτε ότι επιχείρησε να υποβαθμίσει τη σοβαρότητα μιας υπόθεσης που έχει προκαλέσει τόση συζήτηση και για την οποία υπάρχουν ακόμη δικαστικές εκκρεμότητες. Πιστεύω ότι προσπάθησε να περιγράψει το σοκ που μπορεί να υποστεί ένας άνθρωπος όταν από μια ζωή γεμάτη ανέσεις, χρήματα και ευκολίες βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπος με τον εγκλεισμό και τη σκληρή πραγματικότητα της φυλακής.

Με άλλα λόγια, θέλησε να μιλήσει για την απόλυτη ανατροπή ενός τρόπου ζωής. Για το πόσο διαφορετικά μπορεί να βιώσει τον εγκλεισμό ένας άνθρωπος που δεν έχει γνωρίσει ποτέ ανάλογες συνθήκες. Για το πόσο οδυνηρή μπορεί να είναι η απώλεια μιας πραγματικότητας που μέχρι χθες θεωρούσε δεδομένη. Αυτό δεν είναι μεμπτό ως σκέψη.

Όταν ο Αθερίδης αναφέρθηκε στη φράση που φέρεται να είπε η γυναίκα, ότι ήθελε να περάσει από το σπίτι της για να κάνει ένα μπάνιο πριν οδηγηθεί στη φυλακή, εγώ δεν άκουσα μια προσπάθεια να την αθωώσει. Άκουσα την περιγραφή ενός ανθρώπου που συνειδητοποιεί πόσο απότομα μπορεί να γκρεμιστεί ο κόσμος κάποιου που έχει μάθει να ζει με εντελώς διαφορετικούς όρους.

Το timing έχει σημασία, ειδικά όταν μια υπόθεση είναι τόσο φορτισμένη συναισθηματικά. Άλλο, όμως, να διαφωνείς με μια τοποθέτηση και άλλο να της αποδίδεις προθέσεις που δεν προκύπτουν από όσα ειπώθηκαν.

Γιατί υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στο να κατανοείς τι σημαίνει για έναν καλομαθημένο άνθρωπο η απότομη απώλεια της άνεσης και της ελευθερίας του και στο να δικαιολογείς όσα ενδεχομένως τον οδήγησαν εκεί. Το ένα δεν αναιρεί το άλλο.

Η φυλακή είναι τιμωρία. Η απώλεια της ζωής που ήξερες μπορεί να είναι ένα επιπλέον σοκ. Και το να αναγνωρίζεις αυτό το σοκ δεν σημαίνει ότι παίρνεις το μέρος του ανθρώπου που το βιώνει.

Δεν χρειάζεται να ακυρώσουμε την ανθρώπινη διάσταση μιας κατάστασης για να αποδείξουμε ότι αντιλαμβανόμαστε τη σοβαρότητά της. Ούτε είναι απαραίτητο να στερήσουμε από κάποιον κάθε δικαίωμα στην ανθρώπινη κατανόηση επειδή βρίσκεται στο επίκεντρο μιας υπόθεσης που προκαλεί οργή. Η δικαιοσύνη έχει τον δικό της δρόμο και οι ευθύνες πρέπει να αποδίδονται εκεί όπου αποδεικνύονται. Η δημόσια συζήτηση, όμως, δεν χρειάζεται να μετατρέπεται σε διαγωνισμό αγανάκτησης.

Αυτό που με προβληματίζει περισσότερο είναι η ευκολία με την οποία ένας άνθρωπος που έχουμε αγαπήσει μέσα από τη δουλειά του και που έχουμε χειροκροτήσει στο θέατρο μπορεί μέσα σε λίγες ώρες να βρεθεί αντιμέτωπος με ένα κύμα επιθετικότητας επειδή είπε κάτι που ένα μεγάλο μέρος του κοινού δεν ήθελε ή δεν ήταν έτοιμο να ακούσει.

Η ενσυναίσθηση δεν είναι ένα συναίσθημα που οφείλουμε να επιδεικνύουμε μόνο απέναντι σε όσους θεωρούμε συμπαθείς ή αθώους. Είναι η ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε μια ανθρώπινη συνθήκη, χωρίς να χρειάζεται να εγκρίνουμε τις πράξεις εκείνου που τη βιώνει.

Προσωπικά, δεν αισθάνομαι την ανάγκη να συμφωνήσω με κάθε λέξη του Θοδωρή Αθερίδη για να πιστέψω ότι δεν είχε κακή πρόθεση. Μπορώ να θεωρήσω ότι δεν επέλεξε την καλύτερη στιγμή, ότι θα μπορούσε να είχε διατυπώσει διαφορετικά τη σκέψη του, ακόμη και ότι το παράδειγμά του ήταν ατυχές. Δεν μπορώ, όμως, να δεχτώ ότι κάθε ατυχής δημόσια τοποθέτηση πρέπει να οδηγεί αυτομάτως στην ηθική εξόντωση εκείνου που την έκανε.

Γιατί, αν φτάσουμε στο σημείο να φοβόμαστε να εκφράσουμε μια σκέψη μήπως παρερμηνευτεί, μήπως απομονωθεί από τα συμφραζόμενά της και μήπως γίνει αφορμή για μια δημόσια καταδίκη, τότε δεν θα έχουμε γίνει πιο ευαίσθητοι ως κοινωνία. Θα έχουμε γίνει απλώς πιο φοβισμένοι.