Όσο ζω, Μαζώ, θέλω να θυμάμαι να ζω
Καλημέρα φίλες μου.
Δεν θυμάμαι άλλη φορά στη ζωή μου να έχει συμβεί αυτό που συμβαίνει αυτές τις μέρες στην Ελλάδα. Έχουν φύγει σπουδαίοι άνθρωποι, άνθρωποι πολύ αγαπητοί, καλλιτέχνες που μεγάλωσαν γενιές ολόκληρες. Έχουμε στενοχωρηθεί, έχουμε συγκινηθεί, έχουμε πει «τι κρίμα». Αυτό όμως που συμβαίνει με τον Γιώργο Μαζωνάκη είναι το κάτι άλλο.
Είναι σαν να πενθεί μια ολόκληρη χώρα! Βλέπω ανθρώπους να κλαίνε, ακούω ανθρώπους να μιλούν γι’ αυτόν σαν να έχασαν κάποιον δικό τους, βλέπω μια στενοχώρια που δεν πέρασε μαζί με το πρώτο σοκ της είδησης. Κι εγώ, όταν το έμαθα, πίστευα ότι είναι ψέμα ή κάποιο κακόγουστο αστείο, παρότι μου εμφανίστηκε η είδηση μέσα από ένα έγκυρο site. Αρνήθηκα να το πιστέψω. Αλλά ακόμα και τώρα, τόσες μέρες μετά, υπάρχει ένα κομμάτι του μυαλού μου που δυσκολεύεται να πιστέψει ότι είναι αλήθεια. Σαν να περιμένω κάπως να μάθω ότι όλο αυτό ήταν μια πολύ κακόγουστη φάρσα.
Και όσο περνούσαν οι μέρες και ακούγαμε περισσότερα για τον τρόπο που έφυγε, αντί όλο αυτό να καταλαγιάζει, νομίζω ότι συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο. Φανατιστήκαμε ακόμα περισσότερο. Ίσως γιατί ήταν νέος. Ίσως γιατί ήταν τόσο λατρεμένος.
Ίσως γιατί ο Μαζώ δεν ήταν απλώς ένας τραγουδιστής που ξέραμε. Υπήρχε για χρόνια μέσα στις ζωές μας. Στα αυτοκίνητά μας, στα ξενύχτια μας, στους έρωτες, στους χωρισμούς, στις παρέες, στα καλοκαίρια μας. Και ξαφνικά δεν υπάρχει.
Δεν ξέρω να σας εξηγήσω επιστημονικά, γιατί μας επηρέασε τόσο πολύ. Και δεν θέλω. Δεν είμαι ψυχολόγος. Άνθρωπος είμαι. Μπορώ μόνο να σας πω τι πιστεύω εγώ, αφού σας κάνω μια παρένθεση…
(Δυστυχώς, νομίζω ότι έχουμε συνηθίσει τις δυσάρεστες ειδήσεις. Ανοίγουμε καθημερινά το κινητό μας και διαβάζουμε για ανθρώπους που χάθηκαν σε πολέμους, σε δυστυχήματα, από ασθένειες, από εγκλήματα. Στενoχωριόμαστε, σοκαριζόμαστε και μετά συνεχίζουμε. Πρέπει να συνεχίσουμε. Χτυπάει το τηλέφωνο, έχουμε δουλειά, πρέπει να πάρουμε το παιδί από το σχολείο, να πάμε στο σούπερ μάρκετ. Η ζωή συνεχίζεται με έναν σχεδόν προκλητικό τρόπο, ακόμα κι όταν κάπου μια άλλη ζωή μόλις σταμάτησε.)
Αυτό όμως με τον Μαζωνάκη δεν νομίζω ότι θα το συνηθίσουμε ποτέ. Τουλάχιστον εγώ δεν θυμάμαι στη ζωή μου να έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο. Και δεν μιλάω για τη δημοσιότητα γύρω από τον θάνατο ενός διάσημου ανθρώπου. Μιλάω για τον κόσμο και το συναίσθημα. Για τόσους διαφορετικούς ανθρώπους που αισθάνθηκαν ταυτόχρονα κάτι τόσο δυνατό για έναν άνθρωπο που οι περισσότεροι δεν είχαν γνωρίσει ποτέ προσωπικά.
Κάπου μέσα σε όλες αυτές τις σκέψεις θυμήθηκα ένα βιβλίο που είχα διαβάσει, με τίτλο «Στον κήπο του Επίκουρου: Αφήνοντας πίσω τον τρόμο του θανάτου», του Irvin D. Yalom. Είναι ένα βιβλίο που ασχολείται με τον φόβο του θανάτου, αλλά εγώ, περίεργο πράγμα, το θυμάμαι περισσότερο σαν ένα βιβλίο για τη ζωή. Γιατί αυτό που είχα κρατήσει είναι ότι η συνειδητοποίηση πως η ζωή κάποτε τελειώνει μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που επιλέγουμε να τη ζήσουμε.
Και κάπως έτσι λειτουργεί ο θάνατος και σε μένα. Με κάνει να θέλω να ζήσω περισσότερο και κυρίως να ζήσω όπως μου αξίζει. Να θέλω το καλύτερο για τον εαυτό μου, γιατί ο χρόνος περνάει.
Κι όμως όλοι χρησιμοποιούμε συνέχεια τη φράση «κάποια στιγμή». Κάποια στιγμή θα κάνω εκείνο το ταξίδι. Κάποια στιγμή θα φύγω από μια κατάσταση που με κάνει δυστυχισμένη. Κάποια στιγμή θα πω «σ’ αγαπώ». Κάποια στιγμή θα ζητήσω αυτό που πραγματικά θέλω. Κάποια στιγμή θα σταματήσω να συμβιβάζομαι.
Μόνο που κανένας μας δεν έχει υπογράψει συμβόλαιο με το «κάποια στιγμή».
Δεν πιστεύω ότι πρέπει να ζούμε κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία μας. Προσωπικά, θα πάθαινα τρομερό άγχος αν ξυπνούσα κάθε πρωί με αυτή τη σκέψη. 😂 Πιστεύω όμως ότι πρέπει να θυμόμαστε λίγο συχνότερα ότι οι μέρες μας δεν είναι ανεξάντλητες.
Γι’ αυτό θέλω να ταξιδεύω όταν μπορώ. Να λέω «σ’ αγαπώ» όταν το νιώθω. Να φεύγω όταν ξέρω ότι κάπου δεν είμαι καλά. Να ζητάω αυτό που θέλω. Να μη συμβιβάζομαι, επειδή φοβάμαι να αλλάξω κάτι. Να γελάω πολύ. Να είμαι με ανθρώπους που αγαπώ και με αγαπούν. Και να μην κρατάω τη ζωή που θέλω για μια υποθετική μελλοντική στιγμή στην οποία όλα θα έχουν επιτέλους μπει στη θέση τους.
Δεν ξέρω γιατί κλαίει μια ολόκληρη Ελλάδα αυτές τις μέρες. Μπορώ μόνο να σας πω τι μου θύμισε όλο αυτό.
Ότι θέλω να ζω. Όχι απλώς να υπάρχω και να περνούν οι μέρες. Να ζω όπως μου αξίζει.
Και ίσως να μην χρειάζεται να βρίσκουμε πάντα μια εξήγηση για κάθε συναίσθημα. Μερικές φορές ένας άνθρωπος φεύγει και, χωρίς να τον έχουμε γνωρίσει ποτέ, κάτι μέσα μας πονάει.
Δεν είμαι ψυχολόγος. Άνθρωπος είμαι.
Και αυτές τις μέρες είμαι κι εγώ στενοχωρημένη μαζί με όλη την Ελλάδα