Η Χρύσα Κουρομπύλια πάλεψε με στερεότυπα και εμπόδια αλλά διέγραψε μια σπουδαία πορεία στην κορυφή της διαιτησίας
Από τις αλάνες του Καλλιφωνίου Καρδίτσας μέχρι τα μεγαλύτερα γήπεδα του κόσμου, η Χρύσα Κουρομπύλια έχει γράψει τη δική της ξεχωριστή διαδρομή στον χώρο του αθλητισμού. Ένα παιδί από αγροτική οικογένεια που δοκίμασε τις δυνάμεις του τόσο στο ποδόσφαιρο όσο και στο μπάσκετ, δεν φανταζόταν ποτέ ότι η διαιτησία θα την οδηγούσε στα μεγαλύτερα γήπεδα του κόσμου.
Από τα τοπικά πρωταθλήματα έφτασε στις κορυφαίες διοργανώσεις της UEFA και της FIFA, στη Super League, στο Champions League, στα Παγκόσμια Κύπελλα και στους Ολυμπιακούς Αγώνες, αποδεικνύοντας πως η συνέπεια, η δουλειά και η αφοσίωση μπορούν να ξεπεράσουν κάθε στερεότυπο.
Σήμερα, έχοντας ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή της ως μητέρα, η Χρύσα Κουρομπύλια – η νέα Muse of the Week – μας μιλά για τη διαδρομή της, τις προκλήσεις μιας γυναίκας σε έναν ανδροκρατούμενο χώρο και τη δύναμη του να ακολουθείς πάντα αυτό που αγαπάς.
Χρύσα, ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Πώς ήσουν ως παιδί στο Καλλιφώνι Καρδίτσας;
Μεγάλωσα σε αγροτική οικογένεια. Πέρασα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου κυρίως με τη γιαγιά μου, η οποία ήταν εκείνη που μου έδωσε τα περισσότερα ερεθίσματα. Μπορεί να μην ήξερε γράμματα, ανάγνωση και γραφή, όμως είχε μια σοφία και μια δύναμη που με επηρέασαν βαθιά. Είχα, επίσης, την τύχη να έχω εξαιρετικούς δασκάλους. Για τα παιδιά εκείνης της εποχής -μιλάμε για τη δεκαετία του ’70 και του ’80- οι δάσκαλοι στα χωριά ήταν πρόσωπα σχεδόν ιερά. Ήταν άνθρωποι που μας άνοιγαν «παράθυρα» σε έναν μεγαλύτερο κόσμο και μας μάθαιναν να ονειρευόμαστε.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι στο δημοτικό, τη γυμναστική αρχικά, μας την έκανε ο δάσκαλος. Όταν ήρθε για πρώτη φορά γυμνάστρια στο σχολείο, όλα τα παιδιά ενθουσιαστήκαμε. Ακόμα και οι φόρμες που φορούσε μάς φαίνονταν κάτι ξεχωριστό. Ήταν μια μικρή επαφή με έναν άλλο κόσμο.
Έχω πολύ όμορφες αναμνήσεις από τα παιδικά μου χρόνια στο χωριό. Ήταν χρόνια ανέμελα και γεμάτα απλές, αλλά πολύ δυνατές εικόνες. Θυμάμαι την κυρία Κική Παπά, τη δασκάλα μου – η οποία με καθόρισε ως άνθρωπο – να βάζει φλούδες πορτοκαλιού πάνω στη σόμπα τον χειμώνα και να γεμίζει όλη η τάξη με αυτήν τη ζεστή μυρωδιά. Οι δάσκαλοί μου ήταν για μένα κάτι πολύ σημαντικό· ήταν εκείνοι που με έμαθαν να αγαπώ τη γνώση και να ονειρεύομαι.
Ποια ήταν τα όνειρά σου τότε;
Δεν μπορώ να πω ότι από μικρή είχα κάποιο μεγάλο όνειρο να γίνω «κάτι σπουδαίο». Θυμάμαι τον εαυτό μου στο δημοτικό να κάθομαι στα διαλείμματα κ να χαζεύω στους χάρτες της γεωγραφίας που ήταν κρεμασμένοι στους τοίχους κ να λέω πως μια μέρα θα πάω στη Σεούλ και στην Ατλάντα.
Ήμουν ένα παιδί που έμαθε από νωρίς τη δουλειά και την προσπάθεια. Βοηθούσα τους γονείς μου στα χωράφια και, τα καλοκαίρια, όταν δεν είχαμε σχολείο, ήταν αφιερωμένα στη δουλειά. Ξεκινούσα από τα πιο απλά πράγματα, όπως να κουβαλάω ένα παγούρι νερό, και μεγαλώνοντας συμμετείχα όλο και περισσότερο στις αγροτικές εργασίες. Αυτή η ζωή, όμως, μου έδωσε κάτι πολύ σημαντικό: πείσμα, αντοχή και την αξία της προσπάθειας. Και ίσως αυτές οι εμπειρίες να έγιναν αργότερα η βάση για όσα κατάφερα στον αθλητισμό.

Πώς μπήκε ο αθλητισμός στη ζωή σου;
Ο αθλητισμός υπήρχε πάντα στη ζωή μου. Ίσως γιατί υπήρχε ήδη μέσα στην οικογένειά μου. Ο πατέρας μου ήταν ποδοσφαιριστής, αλλά από τα μαθητικά του χρόνια έκανε και άλμα εις ύψος — μιλάμε για τη δεκαετία του ’70. Η μητέρα μου, επίσης, έκανε μήκος σε σχολικές αθλητικές δραστηριότητες και στις γυμναστικές επιδείξεις που γίνονταν τότε στα σχολεία. Και, φυσικά, έπαιξε μεγάλο ρόλο και το ίδιο το Καλλιφώνι. Ήταν ένα πεδινό χωριό με μεγάλες εκτάσεις και πολλές αλάνες. Για εμάς οι αλάνες ήταν τα γήπεδά μας. Τα δοκάρια μας ήταν πέτρες και παίζαμε συνεχώς ποδόσφαιρο, αγόρια και κορίτσια μαζί. Ήταν κάτι αυθόρμητο, μέρος της καθημερινότητάς μας.
Στα 13 μου ξεκίνησα το μπάσκετ, γιατί εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε γυναικεία ομάδα ποδοσφαίρου. Έπαιξα στον Φιλαθλητικό Καρδίτσας και αργότερα, το 1996, όταν πέρασα στην Κομοτηνή, συνέχισα να ασχολούμαι και με το μπάσκετ και με το ποδόσφαιρο. Δεν θα πω ότι ήμουν καμιά «μεγάλη παιχτούρα». Ήμουν όμως δυνατή, γρήγορη και είχα συγκεκριμένους ρόλους στις ομάδες μου, τόσο στο ποδόσφαιρο όσο και στο μπάσκετ.
Σε αυτό το σημείο θέλω να κάνω μια ιδιαίτερη αναφορά στον γυμναστή μου στο γυμνάσιο, τον Γιώργο Τζουβάρα. Ήταν ο άνθρωπος που με πήρε από το χέρι και μου άνοιξε την πόρτα να συμμετέχω σε μια οργανωμένη ομάδα. Xωρίς αυτόν δεν ξέρω πως θα ήταν η ζωή μου σήμερα. Θα του χρωστάω πάντα ευγνωμοσύνη.
Φαντάζομαι ότι ήταν δύσκολο να παίζεις δύο διαφορετικά αθλήματα.
Θεωρώ ότι ήμουν από τα δυνατά παιδιά, οπότε δεν με δυσκόλεψε ποτέ ιδιαίτερα. Το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν ίσως… να πλένω τα λασπωμένα ρούχα του ποδοσφαίρου μετά, γιατί δεν είχα πλυντήριο. Το να παίζω, όμως, ποδόσφαιρο και την ίδια μέρα να έχω και έναν αγώνα μπάσκετ δεν με πείραζε καθόλου. Για μένα ήταν χαρά, ήταν παιχνίδι και ένας τρόπος ζωής. Δεν το έβλεπα ως υποχρέωση ή κούραση· απλώς αγαπούσα να αθλούμαι.
Επομένως, ξεκίνησες το μπάσκετ επειδή δεν υπήρχε ομάδα ποδοσφαίρου στη περιοχή σου;
Ναι, ουσιαστικά αυτός ήταν ο λόγος. Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε γυναικεία ομάδα ποδοσφαίρου στην Καρδίτσα, οπότε το μπάσκετ ήταν η επιλογή που είχα για να ασχοληθώ πιο οργανωμένα με τον αθλητισμό.
Ήταν δύσκολο, λοιπόν, για ένα κορίτσι εκείνη την εποχή να βρει τον δρόμο του στον αθλητισμό;
Ναι, ήταν αρκετά δύσκολο. Στη δεκαετία του ’80, σε ένα χωριό της Θεσσαλίας, ο αθλητισμός δεν θεωρούνταν πάντα αυτονόητη επιλογή για ένα κορίτσι. Υπήρχαν λιγότερες ευκαιρίες, λιγότερες υποδομές και συχνά η αντίληψη ότι τα κορίτσια έπρεπε να ασχολούνται με άλλα πράγματα. Χρειάστηκε επιμονή, στήριξη από την οικογένεια και πολλή προσωπική θέληση για να συνεχίσω. Όμως ακριβώς επειδή ήταν δύσκολο, κάθε μικρή κατάκτηση είχε ακόμη μεγαλύτερη αξία και με έκανε να αγαπήσω τον αθλητισμό περισσότερο.
Αργότερα, πώς ήρθε η απόφαση να ασχοληθείς με τη διαιτησία;
Η αλήθεια είναι ότι η διαιτησία με επέλεξε. Στην αρχή δεν το ήθελα, αλλά ένας άνθρωπος επέμενε πολύ και τελικά με έπεισε να δοκιμάσω. Από εκεί και πέρα ξεκίνησε μια διαδρομή που δεν φανταζόμουν ποτέ.
Και τελικά, τι ήταν αυτό που άλλαξε την πορεία σου;
Στο δημοτικό στάδιο της Κομοτηνής που κάναμε προπόνηση με την Ροδόπη 87 κάνανε προπόνηση και κάποιοι διαιτητές. Ένας από αυτούς ήταν ο Μανώλης Ταπατζάς ένας ευφυέστατος άνθρωπος που δεν γνώριζα καν. Αυτός λοιπόν με προσέγγισε κ μου πρότεινε να γίνω διαιτητής. Δεν ξέρω τι διέκρινε ίσως θα πρέπει να ρωτήσετε τον ίδιο. Φυσικά στην αρχή αρνήθηκα δεν το συζητούσα καν – αλλά η επιμονή του έμελλε να μου αλλάξει τη ζωή.
Στην αρχή σε κέρδισε η ιδέα ή απλώς σε έπεισε εκείνος;
Στην αρχή, για να είμαι ειλικρινής, δεν με είχε κερδίσει καθόλου η ιδέα. Ήταν περισσότερο η επιμονή του Μανώλη που με έκανε να το δοκιμάσω. Στην πορεία όμως, όσο γνώριζα τη διαιτησία, άρχισα να την αγαπώ και να βλέπω ότι ήταν κάτι που μου ταίριαζε.
Στη διαιτησία υπάρχει πάθος. Είναι μια «καψούρα». Μόλις ξεκινήσεις, παίξεις ένα-δύο παιχνίδια και καταφέρεις να ξεπεράσεις το πρώτο σοκ, αρχίζεις να τη βλέπεις διαφορετικά.
Γιατί, δεν είναι πάντα εύκολο. Ξέρω πολλά παιδιά που στα πρώτα τους παιχνίδια αντιμετώπισαν δύσκολες καταστάσεις, ακόμα και περιστατικά βίας, ειδικά στο τοπικό επίπεδο. Αυτό τους έκανε να απομακρυνθούν και να μην συνεχίσουν. Εγώ θεωρώ ότι είχα μεγάλη υποστήριξη στην Κομοτηνή από τους συναδέλφους μου. Με αγκάλιασαν. Και πολύ σημαντικό ήταν ότι με βοήθησαν και οι ποδοσφαιριστές. Αρχικά στην Καρδίτσα, μετά και στην Δυτική Αττική που συνέχισα, ήμουν ήδη αρκετά ψημένη για να μπορώ να ανταπεξέλθω στις δύσκολες καταστάσεις.
Πόσο σημαντικό είναι να υπάρχει κατανόηση μεταξύ ποδοσφαιριστή και διαιτητή;
Είναι πάρα πολύ σημαντικό. Σε ένα γήπεδο, κατά τη διάρκεια ενός αγώνα, ο ποδοσφαιριστής πρέπει να καταλάβει ότι και ο διαιτητής είναι άνθρωπος. Είναι εκεί για να βοηθήσει να γίνει ο αγώνας σωστά και θέλει κι αυτός να δώσει τον καλύτερό του εαυτό. Όπως ένας ποδοσφαιριστής μπορεί μια μέρα να μην είναι καλά, έτσι και ένας διαιτητής μπορεί να κάνει ένα λάθος. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να τον ισοπεδώσεις ή να τον ακυρώσεις.
Δυστυχώς, στη διαιτησία υπάρχει αυτό: μπορεί να έχεις κάνει 100 εξαιρετικά παιχνίδια και σε ένα να σου ξεφύγει ένα offside ή μια φάση. Όλοι θα θυμούνται εκείνο το ένα λάθος και όχι τις υπόλοιπες καλές στιγμές.
Επομένως, έχεις νιώσει ότι οι διαιτητές κρίνονται πιο αυστηρά;
Ναι, πολλές φορές νιώθεις ότι σε περιμένουν στη γωνία.
Ένας λόγος που δεν έχω social media και δεν ασχολούμαι με αυτό το κομμάτι είναι γιατί βλέπεις ότι δεν έχει σημασία αν θα σου πουν «μπράβο» ή αν θα αναγνωρίσουν όσα έχεις κάνει. Θα γίνει ένα λάθος ή κάτι που δεν θα αρέσει σε κάποιους και αμέσως μπορεί να δεχτείς μεγάλη επίθεση, ακόμα και προσβολές. Να προσπαθήσουν να σε μειώσουν.
Έχω φτάσει στο σημείο να σκέφτομαι ότι, αν η παρουσία μου στο γήπεδο ή στα social βοηθά κάποιους ανθρώπους να εκτονωθούν και να νιώσουν καλύτερα βρίζοντάς με, τότε με έναν τρόπο ίσως τους βοηθάω κιόλας.
Θυμάσαι κάποιο περιστατικό που να σε έκανε να καταλάβεις ότι η προσωπική προβολή δεν είχε ποτέ μεγάλη σημασία για σένα;
Από την αρχή της πορείας αυτής δεν με ένοιαξε ποτέ να φαίνομαι. Αυτό που μετρούσε ήταν πάντα να είμαι. Για παράδειγμα, τον πρώτο μου τελικό τον έπαιξα το 2010 στην Ελβετία για το Euro γυναικών under 17. Τον αγώνα τον έδειξε το Eurosport. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα μου λέει ο άνδρας μου που είχε δει το ματς ότι θα μου πει κάτι που θα με στενοχωρήσει. «Τι έγινε;», του λέω. Στην τηλεόραση, όταν έγραφαν τα ονόματα των διαιτητών που παίζουν στο ματς, στο δικό μου όνομα είχαν το όνομα μιας άλλης Ελληνίδας βοηθού. «Ε, και;», του απαντώ. «Δεν με πειράζει καθόλου». Μακάρι εγώ να παίζω πάντα τελικούς και να γράφουν ότι έπαιξε η Charlize Theron.

Επειδή πολλές αναγνώστριές μας μπορεί να μην γνωρίζουν ακριβώς τον ρόλο σου, τι κάνει ένας βοηθός διαιτητή και πόση ευθύνη κρύβεται πίσω από αυτόν τον ρόλο;
Αρχικά πρέπει να ξεκινήσουμε από τα βασικά. Για να πραγματοποιηθεί ένας ποδοσφαιρικός αγώνας, τη στιγμή που μιλάμε, χρειάζονται σε αρχικό επίπεδο 3 διαιτητές: ο διαιτητής που βρίσκεται μέσα στον αγωνιστικό χώρο και οι δύο βοηθοί που βρίσκονται στις πλάγιες γραμμές. Ο διαιτητής και οι βοηθοί είμαστε οι κριτές του αγώνα, όπως γίνεται και σε κάθε άθλημα. Επιβλέπουμε την ομαλή διεξαγωγή του παιχνιδιού, καταγράφουμε τις παραβάσεις και βοηθάμε στην εφαρμογή των κανονισμών.
Υπάρχουν συγκεκριμένοι κανόνες που διέπουν το παιχνίδι και τους οποίους μπορεί κάποιος να βρει και μέσα από την επίσημη σελίδα της ΕΠΟ. Ο στόχος τόσο του διαιτητή όσο και των βοηθών είναι να εξασφαλίζουν ότι αυτοί οι κανόνες εφαρμόζονται σωστά καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα.
Πολλοί ίσως θεωρούν ότι ο βοηθός έχει έναν πιο «δευτερεύοντα» ρόλο. Ισχύει αυτό;
Όχι, γιατί ο ρόλος του βοηθού είναι ουσιαστικά ο ίδιος με αυτόν του διαιτητή. Για παράδειγμα, όπως ο διαιτητής μπορεί να υποδείξει ένα πέναλτι, το ίδιο μπορεί να κάνει και ο βοηθός. Απλώς η τελική απόφαση ανήκει πάντα στον διαιτητή.
Και πώς ήταν τα πρώτα χρόνια στη διαιτησία;
Όταν ξεκινάς, πάντα ξεκινάς από το τοπικό επίπεδο. Παίζεις σε γήπεδα και συνθήκες που σε «δοκιμάζουν». Όπως μου έλεγε και ένας πολύ καλός μου συνεργάτης, ο άνθρωπος που ήταν ο οδηγός μου όλα αυτά τα χρόνια στους αγώνες, ο Γιώργος Κουτσώνης – γιατί τα πρώτα χρόνια οι διαιτητές μετακινούνταν με ταξί, δεν επιτρεπόταν να παίρνουμε αυτοκίνητο, για λόγους ασφαλείας και υπό τον φόβο πιθανών βανδαλισμών από φιλάθλους. – «Χρύσα μου, έφαγες τον φράχτη με το κουτάλι».
Τι εννοούσε με αυτό;
Ότι είχα παίξει σε γήπεδα όπου η περίφραξη ήταν απλώς ένας φράχτης. Έξω από αυτόν μπορούσε να βρίσκεται οποιοσδήποτε, να φωνάζει, να διαμαρτύρεται, να λέει οτιδήποτε, κι εσύ έπρεπε να συνεχίζεις και να κάνεις τη δουλειά σου. Βέβαια, υπήρχαν και γήπεδα που ήταν πραγματικά φρούρια, πολύ όμορφες εγκαταστάσεις. Όλα αυτά ήταν κομμάτι της διαδρομής.
Υπήρξε κάποια στιγμή που ένιωσες ότι αλλάζει η πορεία σου και ότι ανεβαίνεις επίπεδο;
Η μεγάλη αλλαγή για μένα ήρθε όταν, μετά από αρκετό καιρό στα τοπικά πρωταθλήματα, κάποιοι άνθρωποι μου είπαν: «Είσαι καλή, το έχεις. Πήγαινε να αξιολογηθείς».
Πώς γίνεται αυτή η αξιολόγηση;
Υπάρχουν τεστ φυσικής κατάστασης που πρέπει να περάσουν οι διαιτητές και οι βοηθοί, καθώς και αξιολογήσεις της απόδοσής τους μέσα στο γήπεδο. Αν περάσεις τα τεστ, μπορείς να ανέβεις κατηγορία. Τότε, πέρασα τα τεστ και ανέβηκα στη Δ’ Εθνική – μια κατηγορία που σήμερα δεν υπάρχει με αυτή τη μορφή. Στη συνέχεια, κάθε εξάμηνο περνούσα ξανά τις απαραίτητες δοκιμασίες και με τα χρόνια προχώρησα στη Γ’ Εθνική, στη Β’ Εθνική και έπειτα στην Α’ Εθνική. Μετά, έγινα και διεθνής.
Η πορεία στη διαιτησία είναι μια συνεχής αξιολόγηση. Προχωράς με βάση τη φυσική σου κατάσταση, την απόδοσή σου στο γήπεδο και τη συνέπεια που δείχνεις κάθε χρόνο.
Από όλες αυτές τις διοργανώσεις στις οποίες έχεις συμμετάσχει, υπάρχει κάποια που ξεχωρίζεις περισσότερο;
Δεν μπορώ να ξεχωρίσω κάποια. Είναι σαν να με ρωτάς ποιο παιδί αγαπάω περισσότερο. Δεν γίνεται. Σίγουρα, όμως, διαφορετική βαρύτητα και διαφορετική συγκίνηση ένιωθα σε κάθε διοργάνωση.
Όταν έπαιξα στη Βραζιλία στους Ολυμπιακούς Αγώνες, για παράδειγμα, υπήρχε ένα ξεχωριστό συναίσθημα. Μόνο και μόνο η σκέψη ότι βρίσκεσαι εκεί και συμμετέχεις στους Ολυμπιακούς Αγώνες είναι κάτι το μοναδικό.
Κάθε μεγάλη διοργάνωση είχε τη δική της πρόκληση;
Φυσικά. Άλλη ευθύνη αλλά κι άλλη χαρά έχει ένα Παγκόσμιο Κύπελλο. Κάθε διοργάνωση έχει τη δική της σημασία και τη δική της ιστορία.
Η μεγαλύτερη, όμως, προσωπική ικανοποίηση για μένα ήταν το γεγονός ότι κατάφερα να συμμετέχω σε διοργανώσεις της UEFA σε ανδρικό επίπεδο, όπως το Europa League και το Champions League. Είναι κάτι το οποίο βλέπεις ως μια σημαντική επιβράβευση της διαδρομής σου και της δουλειάς που έχεις κάνει όλα αυτά τα χρόνια.
Τι σημαίνει για σένα να έχεις συμμετάσχει σε όλες αυτές τις μεγάλες διοργανώσεις;
Πάνω απ’ όλα σημαίνει τεράστια ευθύνη. Τεράστια! Όταν, για παράδειγμα, με πήραν τηλέφωνο για να μου πουν ότι θα συμμετείχα στον τελικό του Champions League γυναικών, φυσικά συγκινήθηκα. Ένιωσα μεγάλη ένταση, γιατί ήταν κάτι που το περίμενα για χρόνια, το ήθελα και το θεωρούσα μια πολύ σημαντική επιβράβευση της πορείας μου. Όμως, 10 λεπτά αργότερα, άνοιξα το ημερολόγιό μου κι άρχισα να κοιτάζω πότε είναι ο τελικός. «Είναι σε 15 μέρες. Πρέπει να κάνω αυτήν την προπόνηση, να οργανώσω αυτό, να προετοιμαστώ για εκείνο».
Για μένα η ευθύνη πάντα υπερκαλύπτει τη συγκίνηση, τη χαρά και την απόλαυση της στιγμής. Έχω την ευθύνη να πάω καλά, γιατί δεν αγωνίζομαι μόνο για μένα. Αγωνίζομαι για τους διαιτητές, για τη χώρα μου και γενικότερα για όλες τις γυναίκες διαιτητές.
Όταν εγώ συμμετείχα σε ανδρικές διοργανώσεις της UEFA, σε μια εποχή που οι γυναίκες δεν είχαν ακόμη αρχίσει να παίρνουν αντίστοιχες ευκαιρίες, το γνώριζα πολύ καλά: αν εγώ δεν τα κατάφερνα, αν κάτι πήγαινε πολύ άσχημα, ίσως να ήταν πιο δύσκολο για άλλες γυναίκες να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο.
Γι’ αυτό κάθε αγώνας είχε για μένα μεγαλύτερη σημασία από την προσωπική μου επίδοση. Ήξερα ότι κάθε εμφάνιση ήταν κι ένα μικρό βήμα για όσες θα έρχονταν μετά.
Άρα, πόσο δύσκολο είναι να χτίσεις μια καριέρα σε έναν χώρο που για τόσα χρόνια ήταν αποκλειστικά ανδροκρατούμενος;
Νομίζω ότι αυτό ισχύει σε όλους τους χώρους, είτε βρίσκεσαι στην ιατρική, είτε στη νομική, είτε σε οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα. Απαιτεί αφοσίωση και συγκέντρωση. Πιστεύω ότι όλοι οι άνθρωποι που αγαπούν αυτό που κάνουν, είτε στον αθλητισμό είτε εκτός αυτού, από τη στιγμή που αφιερώνονται σε αυτό και δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό, μπορούν να εξελιχθούν.
Αν με ρωτήσεις σήμερα πώς πέρασαν 30 χρόνια στο ποδόσφαιρο, πραγματικά δεν ξέρω. Από τα 5 μου χρόνια βρίσκομαι μέσα στα γήπεδα και ως διαιτητής από τα 20 μου. Τώρα είμαι σχεδόν 50 ετών και έχουν περάσει 3 χρόνια από τότε που σταμάτησα. Δεν κατάλαβα πώς πέρασε ο χρόνος.
Έτσι λειτουργώ ως άνθρωπος: όταν ασχολούμαι με κάτι, συγκεντρώνομαι απόλυτα σε αυτό. Δεν αφήνω εξωτερικούς παράγοντες να με επηρεάζουν. Δεν είχα ως στόχο να φτάσω κάπου συγκεκριμένα ή να πετύχω κάτι μεγάλο· απλώς ήθελα να είμαι καλή σε αυτό που κάνω, να προχωράω και να εξελίσσομαι. Έχω φίλες που ξεκίνησαν μαζί μου και παρέμειναν σε τοπικό επίπεδο, για παράδειγμα στην Καρδίτσα. Μου έλεγαν: «Χρύσα, εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε αυτό που κάνεις εσύ, δεν μπορούμε να περάσουμε τα τεστ». Για να ανταποκριθείς στα τεστ χρειάζεται συγκεκριμένη προπόνηση και δεν ήταν όλες διατεθειμένες να ακολουθήσουν αυτήν τη διαδικασία.
Για πολλές γυναίκες υπάρχει και η επιπλέον πρόκληση των σωματικών απαιτήσεων, καθώς τα αγωνιστικά τεστ της διαιτησίας είναι ιδιαίτερα απαιτητικά και απαιτούν υψηλό επίπεδο φυσικής κατάστασης.
Υπάρχουν όμως και γυναίκες με πιο αθλητικά χαρακτηριστικά, οι οποίες μπορούν να ανταποκριθούν ευκολότερα σε αυτές τις απαιτήσεις.

Δεν ένιωσες ποτέ ότι έπρεπε να αποδείξεις περισσότερα από τους άνδρες συναδέλφους σου στη διαιτησία;
Δεν ένιωσα ακριβώς κάτι τέτοιο.
Αυτό που βίωνα όμως ήταν ότι, για κάτι που ένας άνδρας μπορούσε να κατακτήσει πιο εύκολα, εγώ έπρεπε να παλέψω περισσότερο. Υπήρχε μεγαλύτερη αμφισβήτηση και χρειαζόταν να προσπαθήσω για περισσότερα χρόνια, ώστε να αποδείξω το αυτονόητο: ότι το αξίζω και ότι το δικαιούμαι.
Θεωρώ, βέβαια, ότι είμαι τυχερή – κι όχι μόνο εγώ, αλλά όλοι όσοι ασχολούμαστε με αυτή την ιδιότητα – γιατί στο τέλος κρινόμαστε μέσα στο γήπεδο. Μπορεί κάποιος να πει ότι «η Χρύσα είχε βοήθεια» ή ότι «είχε γνωριμίες», αλλά μέσα στον αγωνιστικό χώρο δεν παίζουν οι γνωριμίες· παίζει η ίδια η διαιτητής. Εκεί η απόδοση είναι αυτή που καθορίζει αν θα μπορέσεις να συνεχίσεις ή όχι.
Αν, για παράδειγμα, δεν ήμουν καλή στη δουλειά μου, αν δεν μπορούσα να ανταποκριθώ στις απαιτήσεις, όσο κι αν αγαπούσα το άθλημα ή όσο κι αν το ήθελα, δεν θα μπορούσα να επιβιώσω στον χώρο. Όπως και οι ποδοσφαιριστές κρίνονται μέσα στο γήπεδο, με την απόδοσή τους, έτσι κρίνεται κι ένας διαιτητής.
Δεν αρκεί απλώς να αγαπάς κάτι· πρέπει να είσαι καλός και να το κάνεις σωστά. Κι ευτυχώς υπάρχουν πλέον τόσες κάμερες σε κάθε αγώνα, ώστε η απόδοση να αξιολογείται και να αποδεικνύεται κάθε φορά.
Σκέφτηκες ποτέ να τα παρατήσεις;
Στα πρώτα μου βήματα, πριν ακόμη εξελιχθώ στον χώρο, εργαζόμουν και σε ένα γυμναστήριο. Εκεί υπήρχε ένας κύκλος γυναικών που γυμνάζονταν, οι οποίες μου έλεγαν: «Πού πας να μπλέξεις τώρα; Τι δουλειά είναι αυτή για σένα; Είναι αυτή δουλειά για κορίτσια; Κάτσε εδώ, μια χαρά είσαι στη δουλειά σου».
Προσπάθησαν να με επηρεάσουν, γιατί τότε δεν είχα ακόμη αξιολογηθεί και δεν είχα αποδείξει τι μπορούσα να κάνω. Επειδή είμαι γυμνάστρια και έχω σπουδάσει στη Γυμναστική Ακαδημία, εκείνη τη στιγμή πέρασε από το μυαλό μου η σκέψη να το αφήσω, αλλά δεν ήταν αρκετή για να με σταματήσει. Στη συνέχεια, υπήρχαν στιγμές με δύσκολους αγώνες ή καταστάσεις κατά τις οποίες μπορεί να είχαν γίνει λάθη και να απογοητευόμουν. Παρόλο αυτά, δεν σκέφτηκα ποτέ να τα παρατήσω. Αυτό που έκανα ήταν να προσπαθώ να καταλάβω τι πήγε λάθος, γιατί συνέβη και πώς θα μπορούσα να το διορθώσω. Πάντα προσπαθώ να βελτιώνομαι σε οτιδήποτε κάνω.
Χρύσα, πώς είναι να «ανοίγεις έναν δρόμο» για τις γυναίκες στη διαιτησία, σε έναν χώρο όπου μέχρι τότε δεν υπήρχε αντίστοιχη παρουσία; Σου προκαλούσε περισσότερη χαρά ή περισσότερη ευθύνη;
Δεν είχα συνειδητοποιήσει εκείνη τη στιγμή ότι «άνοιγα έναν δρόμο», ειδικά στο επίπεδο στο οποίο αγωνιζόμουν. Θα σου πω όμως κάτι: τη δεκαετία του ’80, στην Καρδίτσα, υπήρχε ήδη μια γυναίκα διαιτητής, η Αθηνά Μορέλα, σε τοπικό επίπεδο. Ήταν μια γυναίκα που βρισκόταν στο γήπεδο και απέδειξε ότι υπήρχε χώρος και για τις γυναίκες στη διαιτησία. Σκέψου, λοιπόν, ένα παιδί 10 ετών να βλέπει μια γυναίκα μέσα στο γήπεδο. Πριν από 40 χρόνια αυτό ήταν κάτι πολύ σημαντικό. Και σήμερα υπάρχουν γυναίκες που συνεχίζουν σε τοπικό επίπεδο.
Οι γυναίκες υπήρχαν πάντα στον χώρο της διαιτησίας, απλώς ήταν πολύ λιγότερες και δεν είχαν την προβολή που έχουν σήμερα.
Παράλληλα, ήταν ελάχιστες εκείνες που μπορούσαν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των ανδρικών τεστ. Το 2000, για παράδειγμα, στην Α΄ Εθνική υπήρχαν 5 γυναίκες βοηθοί διαιτητές. Ήταν εξαιρετικές στη δουλειά τους, όμως περνούσαν τα γυναικεία τεστ. Άρα, ως εικόνες και παραστάσεις, οι γυναίκες υπήρχαν πάντα στον χώρο. Ίσως δεν υπήρχε κάποια με τη διάρκεια και την πορεία που είχα εγώ, αλλά κάθε μία είχε τη δική της διαδρομή. Πιστεύω ότι όλες αυτές οι γυναίκες συνέβαλαν στο δικό μου όραμα και στον τρόπο που έβλεπα την πορεία μου. Η δική μου περίπτωση, όμως, ήταν διαφορετική, γιατί είχα την ευκαιρία να διαιτητεύσω σε ανδρικές διοργανώσεις υψηλού επιπέδου: στο Europa League, στη Super League για 14 χρόνια, σε αγώνες της UEFA, σε Παγκόσμια Κύπελλα και Ολυμπιακούς Αγώνες. Όταν ξεκινούσα, δεν υπήρχε κάποια γυναίκα που να είχε φτάσει σε αυτό το επίπεδο, ώστε να αποτελέσει σημείο αναφοράς.
Σήμερα βλέπω πολλά κορίτσια να λένε: «Αφού το έκανε η Κουρομπύλια, μπορούμε να το κάνουμε κι εμείς». Όταν με ρωτούν πώς μπορούν να φτάσουν εκεί, τους απαντώ: «Ο στόχος δεν είναι να γίνετε η Κουρομπύλια. Ο στόχος είναι να γίνετε καλύτερες από την Κουρομπύλια». Ο δρόμος είναι ανοιχτός, αρκεί να υπάρχει θέληση και προσπάθεια.
Εγώ ποτέ δεν τόνισα το γεγονός ότι είμαι γυναίκα. Ήθελα να αντιμετωπίζομαι ισότιμα. Δεν ήθελα να κερδίσω κάτι επειδή είμαι γυναίκα, αλλά επειδή το άξιζα. Αυτό λέω και σε όλες τις γυναίκες: «Δεν χρειάζεται να πετύχετε κάτι επειδή είστε γυναίκες· να το πετύχετε επειδή το δουλέψατε και το δικαιούστε».
Και σήμερα πώς πιστεύεις ότι είναι τα πράγματα στον χώρο του ποδοσφαίρου και της διαιτησίας για τις γυναίκες;
Υπάρχουν ακόμα στερεότυπα. Αυτό ισχύει σε παγκόσμιο επίπεδο, όχι μόνο στην Ελλάδα.
Όμως τα πράγματα είναι σίγουρα πολύ πιο φιλικά και πολύ πιο θετικά σε σχέση με το παρελθόν. Υπάρχει μεγαλύτερη αποδοχή και όλο και περισσότερες γυναίκες θέλουν να δοκιμάσουν και να ασχοληθούν, ακόμη κι αν τελικά δεν παραμείνουν στον χώρο.
Βλέπουμε συχνά τίτλους για τις «πρώτες γυναίκες» που καταφέρνουν κάτι. Θεωρείς ότι αυτό αρκεί για να αλλάξει η πραγματικότητα;
Είναι ωραίο να λέμε «η πρώτη γυναίκα που έκανε αυτό», «η πρώτη γυναίκα που έγινε εκείνη», αλλά θα ήθελα να βλέπουμε και τη συνέχεια. Να ξέρουμε τι έγινε μετά. Πόσο κράτησε αυτή η πορεία;
Συνέχισε να υπάρχει στον χώρο ή έμεινε μόνο ως μια πρώτη εμφάνιση; Για παράδειγμα, μπορεί μια γυναίκα να γίνει η πρώτη προπονήτρια σε μια ανδρική ομάδα, και αυτό φυσικά είναι σημαντικό. Όμως έχει σημασία και τι γίνεται μετά. Έχει την ευκαιρία να συνεχίσει; Υπάρχει πραγματική αποδοχή ή ήταν απλώς μια μεμονωμένη στιγμή;

Άρα θεωρείς ότι ο δρόμος έχει ανοίξει, αλλά δεν είναι απαραίτητα πιο εύκολος;
Ακριβώς. Δεν θα έλεγα ότι τα πράγματα είναι πιο εύκολα. Θα έλεγα ότι είναι πιο φιλικά. Οι κανόνες παραμένουν ίδιοι για όλους. Αν θέλεις να παίξεις στη Super League, πρέπει να περάσεις τα ίδια ανδρικά τεστ φυσικής κατάστασης και να ανταποκριθείς στις ίδιες απαιτήσεις. Αυτό που έχει αλλάξει είναι ότι πλέον ο δρόμος είναι πιο ανοιχτός. Υπάρχουν περισσότερες παραστάσεις, περισσότερα πρότυπα και περισσότερα ερεθίσματα για τις γυναίκες που θέλουν να ακολουθήσουν αυτόν τον χώρο. Ίσως εγώ, όταν ξεκίνησα, να μην είχα όλες αυτές τις εικόνες και τις ευκαιρίες που υπάρχουν σήμερα. Οι νέες γυναίκες βλέπουν πλέον ότι μπορεί να γίνει.
Πώς κατάλαβες ότι είχε έρθει η στιγμή να ολοκληρωθεί αυτό το ταξίδι;
Ξέρεις, σε πολλούς διαιτητές το τέλος της πορείας τους δεν έρχεται πάντα ομαλά. Σε αρκετές περιπτώσεις η Κεντρική Επιτροπή Διαιτησίας αποφασίζει ότι κάποιοι δεν μπορούν να συνεχίσουν, ενώ οι ίδιοι μπορεί να θέλουν να παραμείνουν στον χώρο. Υπάρχουν, βέβαια, και οι διαιτητές που ολοκληρώνουν την πορεία τους λόγω του ορίου ηλικίας. Αν δεν έχει αλλάξει κάτι, το όριο για τους διαιτητές είναι τα 45 χρόνια. Και, για να σου πω την αλήθεια, το θεωρώ αρκετά δίκαιο.
Για σένα ήταν μια απόφαση που πήρες συνειδητά;
Ναι. Ήδη μετά τα 42-43 μου, και ειδικά μετά την περίοδο του κορονοϊού, άρχισα να νιώθω ότι κάτι είχε αλλάξει. Δεν το απολάμβανα όπως παλιά. Κουραζόμουν πολύ περισσότερο. Μετά από μια προπόνηση υψηλής έντασης, ενώ παλιότερα την επόμενη μέρα ήμουν καλά, πλέον χρειαζόμουν 2 και 3 ημέρες για να επανέλθω. Ήταν δύσκολο. Κουράστηκα και από τα συνεχή ταξίδια, από όλη αυτήν την ένταση της καθημερινότητας. Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου. Είχα ζήσει πιο πολλά από όσα είχα ονειρευτεί. Είχα παίξει σε όλες τις μεγάλες διοργανώσεις, είχα ζήσει όλα αυτά που ήθελα. Ήμουν γεμάτη.
Σου λείπει σήμερα η διαιτησία;
Αυτό που μου λείπει είναι ο αγώνας. Δεν μου λείπει καθόλου η προπόνηση, τα ταξίδια και όλη η διαδικασία που υπήρχε γύρω από αυτό. Θεωρώ όμως ότι το σώμα μου, το μυαλό μου και η σκέψη ότι ήθελα να δημιουργήσω οικογένεια με οδήγησαν στην απόφαση. Μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο της Αυστραλίας ένιωσα ότι ήταν η σωστή στιγμή.
Στα 46 μου πλέον, είπα ότι σταματάω. Και το έκανα γεμάτη, με μεγάλη ικανοποίηση και χαρά για όσα κατάφερα.
Και πώς βίωσες αυτό το τελευταίο σου παιχνίδι;
Δεν μου άρεσε καθόλου, δυστυχώς. Το τελευταίο μου καλοκαίρι ήταν πολύ απαιτητικό, γιατί συμμετείχα πρώτα σε ένα τουρνουά στη Νότια Γαλλία και αμέσως μετά είχα το Παγκόσμιο Κύπελλο στην Αυστραλία. Ήταν πάρα πολλά, πολύ κουραστικά και πολύ απαιτητικά, με αποτέλεσμα να είμαι ήδη πολύ καταπονημένη. Δεν κατάφερα να το απολαύσω όπως θα ήθελα.
Πόσο δύσκολο ήταν για σένα να διαχειριστείς το γεγονός ότι αυτή η μεγάλη διαδρομή πλησίαζε στο τέλος της;
Πάντα έλεγα ότι δεν ήθελα να ξέρω ποιο θα είναι το τελευταίο μου παιχνίδι. Δεν ήθελα να υπάρχει αυτή η πίεση.
Όταν έπαιξα το τελευταίο μου παιχνίδι στη Super League, τον Μάιο του 2023, άρχισαν όλοι -δημοσιογράφοι, φίλοι, γνωστοί- να λένε «το τέλος της Κουρομπύλια». Αυτό δεν μου άρεσε. Εγώ ήθελα πρώτα να τελειώσω τη διαδρομή μου και μετά να πω εγώ ότι σταματάω.
Ένιωσα ότι μου φόρτωσαν κάτι που δεν είχα επιλέξει και αυτό δεν με βοήθησε ούτε ψυχολογικά ούτε πνευματικά. Ήταν δύσκολο να πηγαίνω σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο έχοντας ήδη την αίσθηση ότι κάποιοι θεωρούσαν πως η πορεία μου είχε τελειώσει.
Άρα το Παγκόσμιο Κύπελλο στην Αυστραλία δεν το έζησες όπως θα ήθελες;
Όχι, δεν ήταν εύκολο. Και στο τελευταίο μου παιχνίδι στην Αυστραλία, παρόλο που από την UEFA μου ζήτησαν να επιλέξω όποιο παιχνίδι ήθελα ως τελευταίο μου, μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο, δεν το δέχτηκα. Δεν ήθελα. Είχα τελειώσει. Δεν το ένιωσα σαν γιορτή. Δεν υπήρχαν τελετές απονομής, ευχαριστήρια ή κάτι αντίστοιχο. Όμως δεν με πειράζει. Ήταν δική μου επιλογή και τη σέβομαι.
Τι σου λείπει περισσότερο σήμερα από τη διαιτησία; Υπάρχει κάτι που αναπολείς;
Μου λείπει το χορτάρι. Μου λείπει το γήπεδο. Γιατί, ξέρεις, και εμείς άνθρωποι είμαστε.
Μπορεί κάποια μέρα να μην είσαι καλά ψυχολογικά, μπορεί να είσαι λίγο άρρωστος ή κουρασμένος. Όμως, από τη στιγμή που πατούσα μέσα στο γήπεδο, κάτι άλλαζε.
Τι συνέβαινε εκείνη τη στιγμή;
Ήταν σαν να μεταμορφωνόμουν. Δεν ξέρω αν έχεις δει την ταινία Transformers, αλλά είναι σαν από ένα παλιό, χτυπημένο αυτοκίνητο να γίνεσαι ξαφνικά ένα υπερσύγχρονο ρομπότ. Αυτή την αλλαγή ένιωθα. Από όλη αυτή τη διαδρομή, τελικά αυτό που μένει είναι ο αγώνας. Αυτό μετράει περισσότερο. Οι φίλοι και οι άνθρωποι που είχα όλα αυτά τα χρόνια δίπλα μου εξακολουθούν να είναι στη ζωή μου, γιατί οι σχέσεις αυτές χτίστηκαν πραγματικά. Δεν είναι κάτι που χάθηκε μαζί με τη διαιτησία.
Αυτό που μου λείπει είναι η αδρεναλίνη του αγώνα. Αυτή η ένταση, η ενέργεια, η στιγμή που βρίσκεσαι μέσα σε ένα γήπεδο. Το να είσαι σε ένα γήπεδο με 23.000 κόσμο είναι ένα συναίσθημα που δύσκολα περιγράφεται.
Ο κόσμος σε γνώρισε ως διαιτητή. Ποια είναι όμως η Χρύσα σήμερα; Τι κάνει;
Εξακολουθώ να παραμένω η γυμνάστρια που ήμουν. Έχω τελειώσει τη Γυμναστική Ακαδημία και μετά το Παγκόσμιο Κύπελλο της Αυστραλίας ολοκλήρωσα το μεταπτυχιακό μου στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, στο Sports Management. Ήταν ένας στόχος που είχα εδώ και πολλά χρόνια, αλλά λόγω χρόνου δεν είχα καταφέρει να τον πραγματοποιήσω. Μετά συνεργάστηκα με την UEFA, όπου είχα την ευθύνη ως coach των γυναικών βοηθών διαιτητών που ήταν υποψήφιες για το Euro γυναικών. Πλέον, όμως, με 2 κόρες, αποφάσισα να αφοσιωθώ πλήρως σε εκείνες και να είμαι απλώς θεατής, όσο περισσότερο μπορώ. Ο ελεύθερος χρόνος πλέον είναι ελάχιστος, σχεδόν ανύπαρκτος. Θεωρώ ότι οι κόρες μου αξίζουν την απόλυτη αφοσίωσή μου.
Παραμένεις ενεργή με κάποιον τρόπο στον χώρο του ποδοσφαίρου ή της διαιτησίας;
Αυτήν τη στιγμή δεν έχω κάποιον ρόλο και δεν ασχολούμαι με κάτι που να έχει σχέση με τη διαιτησία ή το ποδόσφαιρο. Σίγουρα υπήρχαν προτάσεις, τόσο από το εξωτερικό όσο και για άλλα κομμάτια του χώρου, αλλά είναι συνειδητή η απόφασή μου να απέχω. Βέβαια, το τι θα γίνει αύριο δεν το ξέρει κανείς. Θα δούμε.
Η μητρότητα άλλαξε τη ζωή σου; Σε δίδαξε κάτι καινούριο για τον εαυτό σου;
Δεν θεωρώ ότι η μητρότητα με άλλαξε ως άνθρωπο. Ο χαρακτήρας μου παραμένει ο ίδιος – με τα καλά μου και τα στραβά μου. Αυτό που άλλαξε πραγματικά είναι ότι ανακάλυψα μια διάσταση της αγάπης που μέχρι τότε δεν γνώριζα ότι υπάρχει. Η αγάπη για το παιδί σου έχει άλλο μέγεθος, άλλη ένταση και άλλη σημασία. Δεν έγινα άλλος άνθρωπος· απλώς η καρδιά μου μεγάλωσε με έναν τρόπο που δεν μπορούσα να φανταστώ πριν γίνω μητέρα.
Μέσα από τη μητρότητα κατάλαβα τη δική μου μητέρα και απέκτησα απεριόριστο σεβασμό προς όλες τις μητέρες. Πριν γίνω μητέρα, δεν μπορούσα να καταλάβω πραγματικά τι σημαίνει αυτό. Σκεφτόμουν ότι είναι μια επιλογή ζωής, όπως κάθε άλλη επιλογή. Πιστεύω ότι είναι το πιο δύσκολο πράγμα που έχω κάνει στη ζωή μου. Δεν θεωρώ, ωστόσο, ότι ένας άνθρωπος ολοκληρώνεται επειδή γίνεται γονιός. Ο καθένας έχει τη δική του αξία, είτε επιλέξει να γίνει γονιός είτε όχι. Έχω πολλούς φίλους που δεν είναι γονείς και το σέβομαι απόλυτα.
Η διαιτησία και η μητρότητα είναι δύο τελείως διαφορετικοί ρόλοι ζωής. Μπορούν να συνυπάρχουν;
Υποκλίνομαι σε όλες τις γυναίκες αλλά και στους άνδρες που καταφέρνουν να συνδυάζουν δουλειά, καριέρα, παιδιά και τόσες πολλές ευθύνες. Εγώ δεν μπορούσα να το κάνω αυτό. Πάντα λειτουργούσα κάνοντας ένα πράγμα τη φορά. Δεν είχα την ικανότητα να συνδυάσω τα πάντα όπως κάποιοι άλλοι άνθρωποι.
Αν συναντούσες σήμερα το κορίτσι από το Καλλιφώνι, τη μικρή Χρύσα που μόλις ξεκινούσε τα πρώτα της βήματα, τι θα της έλεγες;
Θα της έλεγα να πιστεύει στον εαυτό της και να μην αλλάξει ποτέ αυτό που είναι. Να παραμείνει ταπεινή, ευσεβής, με αφοσίωση και πειθαρχία σε ό,τι κάνει. Να μην φοβηθεί τις δυσκολίες και όσες φορές κι αν πέσει, άλλες τόσες να σηκωθεί. Να συνεχίσει να δουλεύει σκληρά, ακόμη κι όταν οι άλλοι αμφισβητούν τις δυνατότητές της. Αυτό το ατίθασο και πεισματάρικο κορίτσι δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί πού θα την οδηγούσε η ζωή.
Θα της έλεγα να απολαύσει το ταξίδι, γιατί τελικά οι μεγαλύτερες στιγμές έρχονται μέσα από τις προκλήσεις που καλούμαστε να ξεπεράσουμε.
Θα άλλαζες κάτι αν μπορούσες να γυρίσεις τον χρόνο πίσω;
Δεν μετανιώνω για την πορεία μου. Έζησα πολύ δυνατές στιγμές και είμαι ευγνώμων γι’ αυτές. Όμως, αν ήμουν ξανά 10 χρόνων, θα έκανα κάποια πράγματα διαφορετικά. Δεν θα ήθελα απαραίτητα να ξαναζήσω ακριβώς την ίδια διαδρομή. Όσα έζησα ήταν πολύ σημαντικά, αλλά τα έζησα. Δεν μπορείς να τα πάρεις πίσω, ούτε να τα ξαναζήσεις με τον ίδιο τρόπο.

Κοιτάζοντας πίσω, τι είχε τελικά μεγαλύτερη αξία για σένα; Οι διακρίσεις που κατέκτησες ή η διαδρομή μέχρι να φτάσεις εκεί;
Θεωρώ ότι μεγαλύτερη αξία είχε ο τρόπος με τον οποίο έγινε όλη αυτή η διαδρομή. Το ότι όλα προχώρησαν με ποιότητα, συνέπεια και μέχρι το τέλος με τον σωστό τρόπο. Για μένα ήταν πολύ σημαντικό να μην εκθέσω την ομοσπονδία μου, τη χώρα μου και τον χώρο στον οποίο ανήκω. Να κάνω τη δουλειά μου με σοβαρότητα, χωρίς μεγάλα λάθη, με συνέπεια και επαγγελματισμό.
Οι διακρίσεις είναι σημαντικές, αλλά αυτό που μένει περισσότερο είναι ο τρόπος με τον οποίο φτάνεις σε αυτές.
Τι θα ήθελες να κρατήσει κάθε γυναίκα που θα διαβάσει την ιστορία σου;
Ότι, ό,τι κι αν κάνουμε στη ζωή μας, πάντα θα υπάρχουν δυσκολίες. Και εγώ σήμερα, για παράδειγμα, πολλές φορές νιώθω ότι δεν είμαι αρκετά καλή μητέρα. Ενώ είμαι πάνω από τα παιδιά μου και προσπαθώ να κάνω το καλύτερο δυνατό, πάντα σκέφτομαι ότι μπορεί να κάνω λάθη και ότι πρέπει να προσπαθώ περισσότερο. Αυτό που θα ήθελα να πω είναι να μην τα παρατάνε και να μην προσπαθούν να χωρέσουν σε πρότυπα. Δεν χρειάζεται να είναι τέλειες για να είναι αρκετές. Είτε είναι μητέρες, είτε επαγγελματίες, είτε κυνηγούν τα όνειρά τους, αξίζει να δίνουν χώρο και αγάπη και στον εαυτό τους. Να μη συγκρίνονται με κανέναν, γιατί η διαδρομή της καθεμιάς είναι μοναδική. Και να θυμούνται ότι η μεγαλύτερη δύναμη βρίσκεται στην αυθεντικότητα.