Στάθα Καραϊβάζ-Αλεξανδροπούλου: «Δεν πιστεύω πλέον στην Ελληνική Δικαιοσύνη»

Στάθα Καραϊβάζ-Αλεξανδροπούλου: «Δεν πιστεύω πλέον στην Ελληνική Δικαιοσύνη»


«Σοκ στον Άλιμο, γάζωσαν με περισσότερες από 10 σφαίρες τον Γιώργο Καραϊβάζ», «Γιώργος Καραϊβάζ: Νεκρός από σφαίρες ο δημοσιογράφος», «Δολοφόνησαν τον δημοσιογράφο Γιώργο Καραϊβάζ – Τον πυροβόλησαν έξω από το σπίτι του». Ήταν 9 Απριλίου του 2021, γύρω στις 14.00 το μεσημέρι, όταν οι σοκαριστικοί τίτλοι και τα έκτακτα δημοσιεύματα και δελτία ειδήσεων για την εκτέλεση του αστυνομικού συντάκτη Γιώργου Καραϊβάζ διαδέχονταν το ένα το άλλο.

Πίσω, όμως, από τους τίτλους που πάγωσαν τη δημοσιογραφική κοινότητα και συγκλόνισαν την κοινή γνώμη, υπήρχε- και υπάρχει- μια οικογένεια που μέσα σε λίγα λεπτά έχασε τον άνθρωπό της. Για τη σύζυγό του, Στάθα Καραϊβάζ-Αλεξανδροπούλου, ο Γιώργος δεν ήταν μόνο ο έμπειρος αστυνομικός συντάκτης που γνώριζε το κοινό. Ήταν ο φίλος της από το 1987, ο σύντροφός της από το 1990, ο πατέρας του παιδιού τους, ο άνθρωπος με τον οποίο μοιραζόταν την καθημερινότητά της.

Πεντέμισι χρόνια μετά, με αφορμή τη 2α Νοεμβρίου, Διεθνή Ημέρα για τον Τερματισμό της Ατιμωρησίας για Εγκλήματα κατά Δημοσιογράφων, η Στάθα Καραϊβάζ-Αλεξανδροπούλου – η νέα μας Muse of The Week– μιλά στο muse.gr για την απώλεια που δεν ξεπερνιέται, για τη δύναμη που δεν επέλεξε αλλά αναγκάστηκε να βρει, για την Ελληνική Δικαιοσύνη και για την καθημερινότητά της που άλλαξε για πάντα εκείνο το ανοιξιάτικο μεσημέρι.

Στάθα Καραϊβάζ-Αλεξανδροπούλου και Γιώργος Καραϊβάζ

Κυρία Καραϊβάζ, έχουν περάσει 5,5 χρόνια από τη δολοφονία του συζύγου σας. Όταν απομακρύνθηκαν οι κάμερες και η υπόθεση έπαψε να βρίσκεται καθημερινά στην επικαιρότητα, ποια ήταν η επόμενη μέρα για εσάς και την οικογένειά σας;

Ο Γιώργος, όσον αφορά το ευρύ κοινό, ήταν ο Γιώργος ο δημοσιογράφος. Για εμάς όμως ήταν ο Γιώργος ο σύντροφος, ο Γιώργος ο μπαμπάς. Ήταν ο άνθρωπός μας. Η επόμενη μέρα ήταν τρομερά δύσκολη, γιατί είχαμε να μπούμε σε μια εντελώς νέα πραγματικότητα, με την απουσία αυτού που αγαπούσαμε και αυτού που μας αγαπούσε. Τα φώτα έσβησαν και απομακρύνθηκαν, όμως η οικογένειά μας είχε το ουσιαστικό πρόβλημα.

Εσείς, πέρα από την απώλεια του συντρόφου σας, είχατε να διαχειριστείτε και τον πόνο του γιου σας. Έπρεπε να σταθείτε δίπλα του ως μητέρα, ενώ ταυτόχρονα πενθούσατε τον δικό σας άνθρωπο. Πώς βρήκατε τη δύναμη να ανταποκριθείτε σε όλα αυτά;

Πολλές φορές βρισκόμαστε σε μια θέση που πρέπει να αποδεχθούμε μια κατάσταση χωρίς να ξέρουμε από πού θα πάρουμε δύναμη.

Δεν είχα την πολυτέλεια να πω ότι δεν έχω δύναμη. Έπρεπε να σταθώ στα πόδια μου. Ήταν μονόδρομος.

Ήμουν μόνη πλέον, χωρίς τον συνοδοιπόρο της ζωής μου, διότι εμένα ο Γιώργος ήταν κατ’ αρχήν φίλος μου, και πριν γίνουμε ζευγάρι. Ήταν ο άνθρωπος με τον οποίο μοιραζόμασταν την καθημερινότητά μας, τις μικρές στιγμές που έχουν αξία στη ζωή. Και βρέθηκα να παλεύω με πάρα πολλά μέτωπα. Το πιο σκληρό από όλα βέβαια ήταν ότι έπρεπε να αντιμετωπίσω το θέμα του παιδιού μας.

Ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγμή σε σχέση με το παιδί σας; 

Η πιο δύσκολη στιγμή της ζωής μου ήταν όταν, ενώ ήμουν μπροστά κι έβλεπα τον Γιώργο πεσμένο νεκρό, είδα στην απέναντι πλευρά του δρόμου τον γιο μας να μου λέει, κρατώντας το κεφάλι του, «μαμά, πες μου ότι αυτός που βλέπω μπροστά δεν είναι ο μπαμπάς». Και του είπα «δυστυχώς, Δημήτρη μου, είναι ο μπαμπάς. Μείναμε οι δυο μας».

Ήταν η στιγμή που αποφάσισα ότι δεν έχω την πολυτέλεια να λυγίσω. Και αυτό, το να εκθέσω το παιδί σε τέτοιον πόνο, είναι το πιο δύσκολο πράγμα που κλήθηκα να κάνω και που καλείται να κάνει μία μαμά, η οποία σε όλη της τη ζωή -από όταν έχει γεννηθεί το παιδί της- προσπαθεί να το προστατεύσει.

Στάθα Καραϊβάζ-Αλεξανδροπούλου και Γιώργος Καραϊβάζ

Πολλοί άνθρωποι θα έλεγαν ότι είστε μια δυνατή γυναίκα. Εσείς, όμως, λέτε ότι απλώς δεν είχατε άλλη επιλογή. Έπρεπε να σταθείτε στα πόδια σας. Τι σημαίνει για εσάς να συνεχίζετε μετά από μια τέτοια απώλεια;

Όχι, δεν είμαι δυνατή γυναίκα. Και όταν το ακούω αυτό με εξοργίζει. Γιατί πολλές φορές δεν ήθελα να σηκωθώ από το κρεβάτι μου. Η κατάσταση με έκανε δυνατή. Εγώ τον θάνατο κάθε δικού μας ανθρώπου τον θεωρώ ως ακρωτηριασμό. Από εκεί και πέρα όμως είμαι της άποψης ότι μαζεύουμε τα κομμάτια μας, τα κάνουμε ασπίδα και προχωράμε με αυτά.

Δύναμη υποχρεούμαστε να βρούμε. Δεν είναι κάτι το οποίο θέλουμε. Όμως όχι, δεν είμαι δυνατή.

Έχω καταρρεύσει πάρα πολλές φορές και ακόμα περισσότερες θέλω να καταρρεύσω. Αλλά δεν έχω την πολυτέλεια.

Γιατί δυστυχώς στην Ελλάδα οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε τα πάντα μόνοι μας. Δεν υπάρχει ένα σύστημα το οποίο να μπορεί να σε βοηθήσει και να σου πει ότι «τώρα εγώ αναλαμβάνω για σένα, εσύ μείνε και κλάψε απλώς».

5,5 χρόνια μετά, έχετε καταφέρει να ξαναζήσετε στιγμές χαράς; Υπάρχει μέσα σας χώρος για γέλιο;

Καταρχήν, εγώ δεν νιώθω άβολα ποτέ να γελάσω, θεωρώ ότι όλα αυτά είναι μέρος της ζωής.

Αγαπούσα, αγαπάω και θα αγαπάω τον Γιώργο. Χαίρομαι για αυτά που ζήσαμε, αλλά λυπάμαι πολύ και στενοχωριέμαι για αυτά που δεν θα ζήσουμε μαζί.

Δεν έχω τύψεις όμως γιατί μπορεί να γελάσω. Δεν είμαι τυπολάγνος. Η ζωή βέβαια είναι διαφορετική χωρίς εκείνον. Σίγουρα χαίρομαι με το παιδί μου, με την οικογένειά μου -τώρα που μιλάμε έχω πλάι μου και την υπέροχη ανηψιά μου. Εννοείται ότι γελάω και χαίρομαι. Αλλά έχω χάσει τον άνθρωπό μου. Αυτό δεν αλλάζει.

Τι σας λείπει περισσότερο από τον Γιώργο;

Μου λείπει η καθημερινότητά του και η αγάπη του. Οι απλές, καθημερινές στιγμές που όλοι έχουμε με τους οικείους μας και η αγάπη, αυτό που εισέπραττα καθημερινά.

Η απώλεια άλλαξε και τον τρόπο με τον οποίο βλέπετε τη ζωή και το μέλλον;

Ναι. Πια δεν κάνω όνειρα. Πηγαίνω μέρα-μέρα.

Μέσα σε αυτήν την προσωπική τραγωδία, χρειάστηκε να δώσετε και έναν θεσμικό αγώνα. Είμαι σίγουρη ότι θα βρέθηκαν εμπόδια στον δρόμο σας. Είναι δύσκολες αυτές οι καταστάσεις… 

Ακριβώς. Εγώ, ταυτόχρονα με τoν πόνο για την απώλεια του συζύγου μου, κλήθηκα να αντιμετωπίσω ζητήματα με την Πολιτεία.

Η δολοφονία του Γιώργου ήταν ένα πρωτοφανές γεγονός για τα ελληνικά δεδομένα, με αποτέλεσμα να υπάρχουν κενά στη διαδικασία της εφαρμογής του υπάρχοντος νόμου για τη βίαιη δολοφονία κατά ιδιότητα, μέσα στην οποία έχουν ενταχθεί και οι δύο μεγάλες Ενώσεις των Δημοσιογράφων (σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη). Για την επίσημη Πολιτεία, η δολοφονία του Γιώργου κατατάχθηκε ως εργατικό ατύχημα, που για εμένα αυτό είναι -ηθικά- αδιανόητο.

Επειδή λοιπόν δεν μπορούσα να το δεχθώ αυτό, και γνωρίζοντας κάποιες αντίστοιχες καταστάσεις -όχι με δημοσιογράφους, με άλλους κρατικούς λειτουργούς- άρχισα να ψάχνω αν υπάρχει νόμος για βίαια εγκλήματα βάσει του νόμου περί τρομοκρατίας. Και τον βρήκα αυτόν τον νόμο. Τον ανακάλυψα εντελώς μόνη μου.

Στάθα Καραϊβάζ-Αλεξανδροπούλου

Αυτόν τον νόμο δεν τον γνώριζαν ούτε οι νομικοί στους οποίους απευθυνθήκατε;

Τον βρήκα μόνη μου! Και αυτό που θα ήθελα να επισημάνω είναι ότι, ενώ η ΕΣΗΕΑ από την πρώτη στιγμή στάθηκε πολύ κοντά σε εμένα αλλά και στο παιδί μας – ήταν σαν μια οικογένεια, ουσιαστικά και πρακτικά-, η νομική υπηρεσία της ΕΣΗΕΑ είχε παντελή άγνοια της επέκτασης του νόμου περί τρομοκρατίας, στον οποίον εντάσσονται τα θύματα εγκλημάτων κατά ιδιότητα, γεγονός που το θεωρώ απαράδεκτο. Ακόμη και μεγάλα δικηγορικά γραφεία στα οποία απευθύνθηκα, αγνοούσαν αυτόν τον νόμο.

Εγώ δεν μπορούσα αυτό να το αφήσω έτσι. Δεν μπορούσα να το δεχθώ. Για αυτό και το έψαξα τόσο πολύ.

Γιατί ο Γιώργος δεν πέθανε. Δεν έπεσε η ψευδοροφή από το STAR ή ένα δοκάρι από το στούντιο και τον σκότωσε. Ο Γιώργος δολοφονήθηκε με 13 σφαίρες.

Επιπλέον, όταν ήρθα σε επαφή με τον ΕΦΚΑ – και σε αυτό το σημείο θα ήθελα να τους ευχαριστήσω όλους για τη βοήθειά τους- μου είπε η Γενική Διευθύντρια, η κα Φλώρου, ότι θα σημειώσει «βίαιο έγκλημα» στην αιτία θανάτου του Γιώργου για να τονίσει ότι δεν επρόκειτο για έναν απλό θάνατο. Στο σύστημα λοιπόν η επιλογή αυτή ήταν ανενεργή. Έτσι, η κα Φλώρου αναγκάστηκε- για να βοηθήσει την οικογένειά μας- να εντάξει τη δολοφονία του Γιώργου στο εργατικό ατύχημα. Προκειμένου να υλοποιηθεί η μεταβολή και η ένταξή του στη σωστή κατηγορία (δεδομένου ότι ο Γιώργος ήταν το πρώτο δημοσιογραφικό θύμα βίαιου εγκλήματος στην Ελλάδα), ο νόμος απαιτούσε συγκεκριμένα δικαστικά έγγραφα για την έκδοση των οποίων δεν μπορούσε κανένας να με βοηθήσει, όπως ανέφερα και προηγουμένως, υπήρχε παντελής άγνοια, τόσο από τη νομική υπηρεσία της ΕΣΗΕΑ, όσο και από μεγάλα δικηγορικά γραφεία.

Έτσι λοιπόν, μετά από έναν απέλπιδο αγώνα 4,5 ετών, γνώρισα τους νομικούς Αλεξάνδρα Θεοφίλη και Γιάννη Καστανά – τους οποίους ευχαριστώ πολύ γιατί τους χρωστάω την επίλυση αυτού του Γόρδιου Δεσμού- , οι οποίοι κατανόησαν τι ακριβώς ζητά ο ΕΦΚΑ και, με απίστευτο επαγγελματισμό και ενσυναίσθηση, κατάφεραν και προχώρησαν στην έκδοση των απαιτούμενων νομικών εγγράφων, προκειμένου να διευθετηθεί η επίλυση στη διοικητική εφαρμογή του νόμου.

Στάθα Καραϊβάζ Αλεξανδροπούλου

Ας πάμε λίγο και στη δίκη. Το 2024 οι δύο κατηγορούμενοι – τα αδέλφια Λάλα – αθωώθηκαν λόγω αμφιβολιών. Ποιες ήταν οι πρώτες σκέψεις σας μετά από αυτήν την απόφαση; 

Δεν μου λέει κάτι αυτή η απόφαση. Για εμένα, δηλαδή, δεν σημαίνει ότι αυτοί δεν ήταν οι άνθρωποι οι οποίοι ενήργησαν, ότι δεν ήταν οι εντολοδόχοι, αυτοί που πήραν τα χρήματα προκειμένου να εκτελέσουν τον Γιώργο. Σίγουρα δεν ήταν οι ηθικοί αυτουργοί.

Τι σας πλήγωσε περισσότερο μετά την αθωωτική απόφαση; Το αποτέλεσμα της δίκης, τα ερωτήματα που δεν απαντήθηκαν ή η αβεβαιότητα για το αν θα αποκαλυφθεί τελικά η αλήθεια;

Θα σας πω ότι δεν πιστεύω πλέον στην Ελληνική Δικαιοσύνη. Και το λέω με πάσα ωριμότητα, ειλικρίνεια και ευθύτητα.

Πιστεύετε ότι υπήρχαν στοιχεία που δεν διερευνήθηκαν επαρκώς ή δεν αξιολογήθηκαν όπως θα έπρεπε;

Θα σας μιλήσω μέσω της εμπειρίας μου και της ενασχόλησής μου με όλα αυτά τα θέματα, και από προσωπική οπτική, λόγω του ότι ήμουν σύζυγος αστυνομικού συντάκτη 35 χρόνια ενεργή. Γνωρίζω πολλές φορές, και το βλέπουμε σήμερα να γίνεται πολύ συχνά, ότι η Αστυνομία φτάνει μέχρι ένα σημείο. Και μετά, βλέπουμε τους ίδιους ποινικούς πάλι έξω, και πάλι έξω, και πολλές φορές αναρωτιόμαστε «μα πώς είναι αυτός ο άνθρωπος έξω;».

Δηλαδή ο ρόλος της Αστυνομίας σταματά κάπου και μετά ξεκινά ο ρόλος της Δικαιοσύνης. Εγώ δεν νομίζω ότι οι αστυνομικοί λειτούργησαν λάθος στην προκειμένη περίπτωση. Τώρα, το κατά πόσο δεν μπόρεσαν να φτάσουν στον ηθικό αυτουργό, εντάξει, υπάρχει και ομερτά σε αυτές τις καταστάσεις. Θεωρώ ότι δεν υπάρχει Ελληνική Δικαιοσύνη.

Και να σας πω και κάτι ακόμα; Μια τέτοια πολύκροτη δίκη δεν θα έπρεπε να έχει γίνει Ιούλιο.

Γιατί το λέτε αυτό; 

Γιατί τον Ιούλιο στα δικαστήρια βρίσκεται το πολύ βασικό προσωπικό. Όλοι έχουν πάει διακοπές. Ύστερα, η δίκη του Γιώργου ξεκίνησε την ημέρα που σταματούσαν όλες οι εκπομπές. Η δίκη του Γιώργου ξεκίνησε όταν οι βασικοί παρουσιαστές των δελτίων ειδήσεων και οι δημοσιογράφοι του δικαστικού ρεπορτάζ είχαν βγει σε καλοκαιρινή άδεια.

Δεν υπήρχε η απαιτούμενη δημοσιότητα σε ένα τόσο σοβαρό, πρωτοφανές θέμα για την Ελλάδα. Εμένα αυτό και μόνο μού δείχνει σκοπιμότητα.

Επιπλέον, λόγω της προσωπικής περιπέτειας του κ. Λύτρα, ο οποίος ήταν ο κύριος νομικός μου σύμβουλος και δεν μπορούσε να είναι παρών στη δίκη, δόθηκε στον Αντώνη Ξυλουργίδη, μόλις μία εβδομάδα να μελετήσει την υπόθεση. Πάρα πολύ λίγος χρόνος. Ο Αντώνης, αν και πολύ νέος και με δευτερεύοντα ρόλο στην υπόθεση, στάθηκε 2000% αντάξιος, έκανε τρομερή δουλειά. Υπήρξαν όμως μέσα στη δίκη πράγματα οφθαλμοφανή, που δεν απαντήθηκαν σε καμία περίπτωση.

Εσείς πιστεύατε ότι θα είναι αυτό που ήταν το αποτέλεσμα της δίκης; Ή ήσασταν αισιόδοξη; 

Αν και κάποια στιγμή προσπάθησαν να με πείσουν ότι όλα θα εξελιχθούν καλά, εγώ θεωρούσα ότι η δίκη θα έχει το αποτέλεσμα που είχε. Ήμουν πεπεισμένη από την αρχή.

Μετά από όλα αυτά, θα συνεχίσετε να παλεύετε για την πραγματική δικαίωση;

Θεωρώ ότι η Πολιτεία είναι υποχρεωμένη – και προς την οικογένειά μας και προς το κοινωνικό σύνολο αλλά και προς όλους τους δημοσιογράφους- να επιδείξει την απαιτούμενη σοβαρότητα και να προχωρήσει στην πλήρη εξιχνίαση του εγκλήματος. Δυστυχώς, ο Γιώργος δεν γυρίζει πίσω. Είναι, όμως, αδιανόητο μια τόσο σοβαρή υπόθεση να παραμένει ανεξιχνίαστη, πεντέμισι χρόνια μετά. Είναι προσβολή για την Ελλάδα και πλήττει τη διεθνή μας εικόνα, ενώ είναι και ένας από τους κυριότερους λόγους που η χώρα μας βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της κατάταξης για την ελευθερία του Τύπου.

Είναι δυνατόν μια τέτοια πολύκροτη υπόθεση να μην έχει εξιχνιαστεί ακόμα; Δεν υπάρχει Δικαιοσύνη. Εμένα, αυτοί κατέστρεψαν τη ζωή μου.

Ο ένας εκ των δύο κατηγορουμένων, ο Γιάννης Λάλας, δολοφονήθηκε πριν από έναν χρόνο στην Αράχωβα. Πώς αισθανθήκατε στο άκουσμα της είδησης; 

Να σας πω την αλήθεια, στενοχωρήθηκα για την οικογένειά του, γιατί κι αυτός είχε παιδιά. Άσχετα με τον δρόμο που είχε διαλέξει. Κι αυτός άφησε πίσω του κάποιους ανθρώπους, οι οποίοι πόνεσαν. Τα παιδιά δεν έφταιγαν. Ήταν ο μπαμπάς τους ό,τι κι αν ήταν.

Στάθα Καραϊβάζ Αλεξανδροπούλου

Αν μπορούσατε να απευθύνετε σήμερα ένα μήνυμα στην Πολιτεία, τι θα λέγατε;

Στην Πολιτεία θα έλεγα ότι πρέπει να αλλάξει εντελώς τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρεται σε αυτούς που μένουν πίσω και να ιδρύσει φορείς που να ασχολούνται αποκλειστικά με αυτό.

Θα ήθελα να πω επίσης ότι, τόσο το παιδί μου όσο κι εγώ, δεν λάβαμε ψυχολογική υποστήριξη. Απευθύνθηκα μόνη μου σε ειδικό, σε ιδιώτη. Πήρα βοήθεια και ψυχολογική και ψυχιατρική. Πάρα πολύ γρήγορα μετά τη δολοφονία, κατάλαβα ότι δεν μπορώ να τα καταφέρω μόνη μου και ζήτησα βοήθεια.

Το κράτος δεν σας παρείχε δηλαδή καμία ψυχολογική υποστήριξη;

Ακούστε, η παρουσία του κράτους ήταν η εξής: έλαβα μια επιστολή από την τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας με θερμά συλλυπητήρια. Εκεί ξεκίνησε και εκεί τελείωσε.

Πιστεύετε ότι η δολοφονία ενός δημοσιογράφου μπορεί να επηρεάσει και τους συναδέλφους του, ιδιαίτερα εκείνους που εξειδικεύονται στο αστυνομικό ρεπορτάζ και ενδεχομένως φοβούνται να προχωρήσουν σε αποκαλύψεις;

Εννοείται! Το είπαν και οι ίδιοι, άλλωστε, οι δημοσιογράφοι στα ετήσια δημοσιογραφικά βραβεία που θεσπίστηκαν στη μνήμη του Γιώργου. Δεν ρισκάρουν να χάσουν τη ζωή τους και να διαλύσουν τις οικογένειές τους.

Τι θα θέλατε να αλλάξει, ώστε καμία οικογένεια να μη βρεθεί αντιμέτωπη με όσα αντιμετωπίσατε εσείς;

Να υπάρχει μέριμνα από το κράτος. Το πιο δύσκολο από όλα είναι ότι δεν υπάρχει κρατική μέριμνα. Η μέριμνα είναι η βούληση των ανθρώπων και εγώ – ευτυχώς-  βρήκα πολλούς ανθρώπους που μου έδωσαν χείρα βοηθείας. Ήρθαν δίπλα μου άνθρωποι με μεγάλη ενσυναίσθηση και νιώθω, μέσα στην ατυχία μου, τυχερή. Δεν φταίμε οι άνθρωποι, φταίει το σύστημα.

Αν μια γυναίκα διαβάζει τώρα αυτήν τη συνέντευξη και έχει πρόσφατα βιώσει και η ίδια μια τεράστια τραγωδία, μια απώλεια, τι θα της λέγατε;

Θα της έλεγα να πάρει τον χρόνο της. Να θρηνήσει όπως η ίδια θέλει. Να μην ασχοληθεί με τα κοινωνικά στεγανά και τα «πρέπει», να κλείσει στην αγκαλιά της αυτούς που πραγματικά νιώθει ότι τη βοηθούν, να πετάξει τους τοξικούς ανθρώπους από τη ζωή της. Να μείνει δίπλα σε ανθρώπους από τους οποίους νιώθει ότι παίρνει αγάπη. Να μην ντραπεί να ζητήσει βοήθεια, διότι υπάρχουν άνθρωποι γύρω μας οι οποίοι τη δίνουν απλόχερα. Εγώ ζήτησα βοήθεια και την έλαβα από πολλούς ανθρώπους και κρατικούς λειτουργούς, σε πολλά επίπεδα.

Κλείνοντας, ποιο είναι το σημαντικότερο πράγμα που έχετε κρατήσει εσείς μέσα από αυτήν την τραγωδία που βιώσατε; Ανακαλύψατε κάτι που δεν ξέρατε για τον εαυτό σας; 

Αυτό που κρατώ είναι ότι δεν πρέπει να σταματάμε να αγωνιζόμαστε για το δίκιο μας.

Αυτό που ανακάλυψα για τον εαυτό μου, από την άλλη, ήταν η τεράστια αντοχή και υπομονή μου να διεκδικώ το δίκιο μου.

Καμία γυναίκα, κανένα παιδί δεν πρέπει να απογοητεύεται και να το βάζει κάτω. Να κυνηγούν όλοι το δίκιο τους, αυτό που πρέπει να γίνει. Για την τιμή των ανθρώπων μας, για τη μνήμη τους. Γιατί πέρα από την τραγική απώλεια του αγαπημένου σου, καταστρέφονται και πολλά πράγματα μαζί του.