Με τα παιδιά δεν «παίζουμε». Τελεία.
Καλημέρα φίλες μου!
Τις τελευταίες μέρες είμαι εξοργισμένη. Και όταν λέω εξοργισμένη, το εννοώ. Προσπαθώ μάλιστα να θυμηθώ αν υπάρχει κάποια άλλη υπόθεση που έχει απασχολήσει τη δημοσιότητα και μου έχει προκαλέσει τόσο μεγάλη οργή. Δεν μου έρχεται καμία.
Μιλάω, φυσικά, για την υπόθεση της «Παιδικής Χαράς». Για όλα αυτά που έρχονται στο φως σχετικά με τα χρήματα που συγκεντρώνονταν για παιδιά με σοβαρές ασθένειες και που, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, ένα τεράστιο μέρος τους δεν έφτασε ποτέ εκεί που έπρεπε. Αντίθετα, φέρεται να κατέληξε σε ανθρώπους που είχαν στήσει έναν ολόκληρο μηχανισμό εκμετάλλευσης, αξιοποιώντας τόσο την αγωνία οικογενειών με άρρωστα παιδιά όσο και την καλή πρόθεση όλων εμάς που θέλουμε να βοηθήσουμε. Ιδιαίτερα όσων έχουμε ένα δημόσιο βήμα και μπορούμε να δώσουμε μεγαλύτερη προβολή σε μια έκκληση.
Και θα σας εξηγήσω αμέσως γιατί πήρα αυτή την υπόθεση τόσο προσωπικά.
Από το 2020 δεχόμουν μηνύματα στο Instagram από τον συγκεκριμένο λογαριασμό. 6 ολόκληρα χρόνια. Μου ζητούσαν να κάνω ένα story, να αναδημοσιεύσω μια έκκληση, να βοηθήσω κάποιο παιδί που αντιμετώπιζε ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα υγείας.
Και ξέρετε κάτι; Κάθε φορά που διάβαζα αυτά τα μηνύματα, κάτι δεν μου κολλούσε.
Δεν ξέρω πώς να σας το εξηγήσω καλύτερα. Δεν ήταν ότι δεν πίστευα πως τα παιδιά είχαν ανάγκη. Δεν ήταν ότι είχα κάποια πληροφορία ή υποψιαζόμουν όσα ερευνώνται σήμερα. Ήταν ο τρόπος τους. Αυτή η υπερβολική γλυκύτητα, τα συνεχόμενα «συγγνώμη για την ενόχληση», τα «αν δεν σας είναι κόπος», τα παρακάλια. Ένιωθα μια περίεργη πίεση. Σαν να μην μπορούσα να αρνηθώ χωρίς να αισθανθώ ότι κάνω κάτι κακό.
Και αυτό ήταν που με ενοχλούσε. Ότι ενώ μου ζητούσαν κάτι καλό, ο τρόπος με τον οποίο μου το ζητούσαν μου δημιουργούσε ένα δυσάρεστο συναίσθημα.
Τότε δεν μπορούσα να το προσδιορίσω. Και δεν θα παριστάνω σήμερα την έξυπνη λέγοντας ότι κάτι είχα καταλάβει. Δεν είχα καταλάβει τίποτα. Απλώς κάτι δεν μου άρεσε.
Όταν λοιπόν διάβασα τις τελευταίες αποκαλύψεις, άνοιξα ξανά τη συνομιλία μας. Και βρήκα μηνύματα από το 2020 μέχρι σήμερα, το ένα μετά το άλλο. Τα διάβασα ξανά και ένιωσα ακόμη μεγαλύτερη οργή.
Γιατί άλλο είναι να διαβάζεις μια τέτοια υπόθεση στις ειδήσεις και άλλο να βλέπεις στο κινητό σου ότι σου ζητούσαν επανειλημμένα να χρησιμοποιήσεις τη δική σου φωνή για να προωθήσεις αυτές τις εκκλήσεις.
01/10
Τα δημοσιεύω για να καταλάβετε ακριβώς τι εννοώ. Όχι επειδή αποδεικνύουν από μόνα τους κάποια παρανομία, αλλά επειδή δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο με προσέγγιζαν και την επανάληψη αυτών των εκκλήσεων.
Και πάμε τώρα στα γεγονότα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί από την αστυνομική έρευνα, η «Παιδική Χαρά» φέρεται να πραγματοποιούσε εράνους χωρίς τις απαιτούμενες άδειες, ενώ σημαντικό μέρος των χρημάτων που συγκεντρώνονταν για παιδιά με σοβαρές ασθένειες δεν αποδιδόταν στους δικαιούχους.
Για τις περιπτώσεις που εξετάστηκαν, οι δωρεές ανήλθαν σε περίπου 3,94 εκατομμύρια ευρώ. Από αυτά, περίπου 1,11 εκατομμύρια φέρεται να έφτασαν στις οικογένειες.
Η διαφορά, σχεδόν 2,83 εκατομμύρια ευρώ, υπολογίζεται από τις Αρχές ως παράνομο περιουσιακό όφελος.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, στα ευρήματα της έρευνας περιλαμβάνονται στοιχηματικές συναλλαγές εκατομμυρίων ευρώ, ενώ εξετάζονται δαπάνες για προσωπικές αγορές, ταξίδια και άλλες δραστηριότητες που δεν είχαν σχέση με τον σκοπό των δωρεών.
Υπάρχουν επίσης καταγγελίες οικογενειών που υποστηρίζουν ότι έλαβαν μόνο ένα μικρό μέρος των χρημάτων που είχαν συγκεντρωθεί για τα παιδιά τους.
Σε μία από τις περιπτώσεις που δημοσιοποιήθηκαν, για παιδί με λευχαιμία που τελικά πέθανε, φέρεται να είχαν συγκεντρωθεί περισσότερα από 136.000 ευρώ, ενώ στην οικογένεια αποδόθηκαν, σύμφωνα με την καταγγελία, περίπου 7.000.
Συγγνώμη, αλλά πώς διαβάζονται όλα αυτά χωρίς να σου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι; Χωρίς να αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατόν;
Έχουμε ακούσει τόσες ιστορίες απάτης και διασπάθισης χρημάτων τα τελευταία χρόνια, που φοβάμαι ότι έχουμε αρχίσει σχεδόν να τις συνηθίζουμε. Αλλά εδώ μιλάμε για κάτι που ξεπερνά κάθε όριο. Για την πιθανότητα κάποιοι να αποκόμιζαν προσωπικό όφελος δίνοντας ελπίδα σε γονείς με άρρωστα παιδιά.
Και υπάρχει κάτι ακόμη που με έχει στοιχειώσει αυτές τις μέρες. Μια σκέψη τόσο ανατριχιαστική, που πραγματικά εύχομαι να μην επιβεβαιωθεί ποτέ.
Διάβασα καταγγελίες ότι ανάμεσα στα παιδιά για τα οποία οργανώνονταν έρανοι υπήρχαν και παιδιά σε τελικό στάδιο της ασθένειάς τους.
Και δεν μπορώ να μη σκεφτώ το χειρότερο.
Μήπως κάποιοι επέλεγαν συνειδητά τέτοιες περιπτώσεις; Μήπως γνώριζαν ότι οι πιθανότητες επιβίωσης ενός παιδιού ήταν ελάχιστες και υπολόγιζαν πως, αν το παιδί έφευγε από τη ζωή, θα μπορούσαν να κρατήσουν τα χρήματα που είχαν συγκεντρωθεί στο όνομά του;
Το γράφω και ανατριχιάζω.
Δεν γνωρίζω αν συνέβη κάτι τέτοιο. Δεν υπάρχει, μέχρι στιγμής, απόδειξη για μια τόσο συγκεκριμένη πρόθεση. Υπάρχουν όμως καταγγελίες για εράνους παιδιών που τελικά πέθαναν, με μεγάλα ποσά να μην αποδίδονται στις οικογένειές τους.
Και θεωρώ ότι η Δικαιοσύνη οφείλει να εξετάσει και αυτό το ενδεχόμενο.
Γιατί αν αποδειχθεί ποτέ ότι κάποιος υπολόγιζε ακόμη και τον επικείμενο θάνατο ενός παιδιού ως ευκαιρία για να βγάλει χρήματα, πραγματικά δεν ξέρω ποια λέξη μπορεί να περιγράψει μια τέτοια πράξη.
Και ναι, γνωρίζω πολύ καλά ότι πρόκειται για μια υπόθεση που βρίσκεται στη Δικαιοσύνη. Ότι υπάρχουν κατηγορίες, έρευνες και άνθρωποι που έχουν το τεκμήριο της αθωότητας. Δεν είμαι δικαστής και δεν πρόκειται να υποκαταστήσω κανέναν.
Αλλά μπορώ να είμαι εξοργισμένη με όσα έχουν έρθει στο φως.
Γιατί αν αποδειχθούν όλα αυτά, μιλάμε για κάτι που προσωπικά δυσκολεύομαι ακόμη και να περιγράψω.
Μιλάμε για γονείς που ζουν τον χειρότερο εφιάλτη τους. Που ξυπνούν και κοιμούνται με τον φόβο για τη ζωή του παιδιού τους. Που αναζητούν θεραπείες, γιατρούς, νοσοκομεία, χρήματα. Που θα έκαναν τα πάντα για να δουν το παιδί τους καλά.
Και μιλάμε για ανθρώπους που, σύμφωνα με όσα ερευνούν οι Aρχές, ενδέχεται να εκμεταλλεύτηκαν αυτή την αγωνία για προσωπικό όφελος.
Ειλικρινά, τι σκατά πρέπει να έχει κάποιος στο μυαλό του για να κάνει κάτι τέτοιο;
Πόσο χαμηλά μπορεί να πέσει ένας άνθρωπος;
Και δεν είναι μόνο οι οικογένειες.
Είναι και όλοι εκείνοι που έδωσαν χρήματα. Που μπορεί να μην τους περίσσευαν. Που μπορεί να έδωσαν 5 ή 10 ευρώ επειδή είδαν μια φωτογραφία, ίσως ακόμη και κάποια που είχα αναδημοσιεύσει εγώ, διάβασαν μια ιστορία και σκέφτηκαν ότι έστω και λίγο μπορούν να βοηθήσουν.
Είναι οι άνθρωποι που πίστεψαν ότι κάνουν κάτι καλό.
Και είναι και όσοι, όπως εγώ, δέχονταν μηνύματα για να προωθήσουν αυτές τις εκκλήσεις.
Γιατί ας μην κοροϊδευόμαστε. Όταν ζητάς από έναν άνθρωπο με δημόσιο λογαριασμό να αναδημοσιεύσει μια τέτοια ιστορία, δεν ζητάς απλώς ένα story. Ζητάς πρόσβαση σε ένα κοινό που τον παρακολουθεί και, σε έναν βαθμό, τον εμπιστεύεται. Στη δική μου περίπτωση, μιλάμε για 313.000 ανθρώπους.
Και αυτή η εμπιστοσύνη έχει αξία.
Αν εγώ αναδημοσιεύσω μια έκκληση για ένα άρρωστο παιδί, κάποιος μπορεί να θεωρήσει ότι την έχω ελέγξει. Ότι γνωρίζω περισσότερα. Ότι για να την ανέβασα, θα είναι αξιόπιστη.
Και η αλήθεια είναι ότι δεν είναι πάντα δυνατόν να γνωρίζουμε τι πραγματικά συμβαίνει πίσω από κάθε τέτοια έκκληση.
Αυτό, λοιπόν, με θυμώνει ακόμη περισσότερο. Η σκέψη ότι η καλή πρόθεση ενός ανθρώπου μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να πειστούν άλλοι άνθρωποι να δώσουν χρήματα.
Ότι η συγκίνηση μπορεί να γίνει εργαλείο.
Ότι η αγωνία για ένα παιδί μπορεί να μετατραπεί σε έναν μηχανισμό πίεσης.
Και το χειρότερο; Ότι μετά από τέτοιες υποθέσεις αρχίζουμε να αμφισβητούμε τους πάντες.
Αύριο μπορεί να μου στείλει μήνυμα μια μητέρα που πραγματικά χρειάζεται βοήθεια. Μια οικογένεια που προσπαθεί να συγκεντρώσει χρήματα για μια θεραπεία στο εξωτερικό. Ένας άνθρωπος που δεν ξέρει πού αλλού να απευθυνθεί.
Και τι θα κάνω;
Θα τον αντιμετωπίσω με καχυποψία; Θα σκεφτώ ότι μπορεί να είναι απάτη; Θα προσπεράσω το μήνυμα επειδή κάποιοι άλλοι ενδέχεται να εκμεταλλεύτηκαν την εμπιστοσύνη του κόσμου;
Αυτό είναι που δεν θέλω να συμβεί.
Δεν πρέπει να σταματήσουμε να βοηθάμε.
Το αντίθετο.
Πρέπει να συνεχίσουμε να βοηθάμε, αλλά να απαιτούμε διαφάνεια. Να ελέγχουμε πού πηγαίνουν τα χρήματά μας. Να ζητάμε αποδείξεις, επίσημα στοιχεία και λογοδοσία. Να επιλέγουμε αξιόπιστους φορείς και, όπου είναι δυνατόν, να προσφέρουμε τη βοήθειά μας μέσω επαληθευμένων διαδικασιών.
Γιατί η λύση δεν είναι να γίνουμε αναίσθητοι.
Δεν είναι να πάψουμε να συγκινούμαστε όταν βλέπουμε ένα παιδί να υποφέρει.
Δεν είναι να πούμε «εγώ δεν ξαναδίνω ούτε ένα ευρώ».
Η λύση είναι να προστατεύσουμε αυτή την προθυμία μας να βοηθάμε από όσους μπορεί να επιχειρήσουν να την εκμεταλλευτούν.
Και θέλω πραγματικά η συγκεκριμένη υπόθεση να διερευνηθεί μέχρι τέλους. Να μάθουμε τι έγινε με κάθε ευρώ. Να αποδοθούν ευθύνες όπου αποδειχθούν. Και να μη μείνει τίποτα στο σκοτάδι.
Γιατί τα χρήματα μπορεί κάποια στιγμή να εντοπιστούν ή να επιστραφούν. Η εμπιστοσύνη, όμως, όταν χαθεί, δύσκολα ξαναχτίζεται.
Και τα παιδιά που έχουν πραγματικά ανάγκη δεν πρέπει να πληρώσουν και αυτό το τίμημα.
Με τα παιδιά δεν «παίζουμε». Τελεία.